Μιχάλης Τσουμάνης
Ο πατέρας
του προσπάππου μου, ήταν ο Κωνσταντίνος
Τσουμάνης που γεννήθηκε περίπου το 1810. Ο Κωνσταντίνος είχε έξι αγόρια: τον Μήτρο,
τον Θόδωρο ο οποίος ήταν κουτσος και τον έλεγαν Κουτσοθόδωρο, τον Γιώργο, τον Κώστα
που πήρε το όνομα Κωτσούλας, τον Θανάση και τον Μιχάλη. Όταν χωρίσανε τ΄ αδέρφια
αυτά, ο Δημήτριος ο μεγαλύτερος ανέλαβε να φυλάξει τον Μιχάλη που ήταν μικρότερος.
Ήταν στο Πάπιγκο μαζι και ο Μιχάλης γύρω στο 1920 έφυγε και πήγε στο Τσεπέλοβο.
Ο Θανάσης με τις δυο κόρες του ήταν στο Μιτσικέλι, ο Κουτσοθόδωρος ήταν στο Μέτσοβο
στις Πολιτσές και ο άλλος ο Γιώργος ήταν Βραδέτο και Κουκούλι.
Γάμος Γεωργίου Δημ, Τσουμάνη, στη Λάκα Τσουμάνη στο Πάπιγκο το 1885 - Αριστερά ο προσπάππος Μήτρος Τσουμάνης και μετα τον ιερέα ο Γεώργιος Τσουμάνης, η γιαγιά μου κορη του Μιχάλη Τσουμάνη και μετα τους άντρες, η μητέρα της γιαγιάς μου, το γένος Μπαλλά απο τη Μακεδονία.
Ο πατέρας του παππου μου ήταν ο Μήτρος Τσουμάνης, που γεννήθηκε περίπου το 1830 - 40 και είχε πατέρα τον Κωσταντή και γυναίκα την Αναστασία Κατρή. Έχω και φωτογραφία του. Απο ό,τι λέγεται, ήταν ο μεγαλύτερος τσέλιγκας στην Ήπειρο. Γύρω στο 1860 με επίσημα στοιχεία, πήγε στο χωριο Πάπιγκο και βάρεσε τα βνα δημοπρασία. Να πω και ένα ιστορικο που συνέβη εκει στο χωριο. Αφου πήρε τα βουνα δημοπρασία, το βράδυ έκατσε στο καφενείο, …δεν είχε πού να πάει. Κέρασε εκει σαν τσέλιγκας που ήταν, ήρθε η ώρα δέκα – έντεκα και φύγαν όλοι οι χωριανοι κι έμεινε μόνος του. Τι να κάνει αυτος για να περάσει η βραδυα, …λέει στον μπακάλη, …έχει όργανα το χωριο εδω και βιολιά ; Έχει μπάρμπα Μήτρο του λέει. α!, ..στείλε κάνα παιδι να πα΄ να τα φωνάξει. …Έχεις κάνα μανάρι λέει εδω να το σφάξουμε να περάσει απόψε η βραδυά; …έχουμε του λέει. Βάλτο στο ταψι και στο φούρνο να γένει. Καλει τα όργανα, βάζει τ΄ αρνι, το σφάγιο στο φούρνο και του λέει, …θα κλείσεις τις πόρτες και τα παραθύρια, δεν θ΄ ανοίξεις σε κανέναν. Κι έκατσε να περάσει η βραδυα γλεντώντας μαζι με τον καφετζη και με τα όργανα. Πεταχτήκανε οι χωριανοί, ακούσανε βιολια, χαμπέρια, …αλλα, …δεν θ ανοίξεις σε κανέναν λέει αυτος. Όπως και δεν άνοιξε και έμεινε. Αυτο είναι επίσημα εγγεγραμμένο και απο τότε έπαιρνε τα βουνα ο Μήτρος ο Τσουμάνης και είχε και άλλους τσελιγκάδες, γιατι ήταν μεγάλη η έκταση.
Παππους
μου ήταν ο Γεώργιος Τσουμάνης και
γιαγια μου η Σταματία, το γένος Μιχάλη Τσουμάνη. Ήταν πέρα απο τρίτα ξαδέρφια,
μέχρι τρίτα δεν παντρεύονταν τότε, τα κρατούσαν τα ζωνάρια. Τον παππου μου δεν
τον γνώρισα, τη γιαγια πολυ καλα. Είχαν πέντε αγόρια και τρία κορίτσια. Πρώτα ήταν
ο Δημήτριος, μετα ήταν η Μαρία τη φωνάζαμε Ρούσω, η Αλεξάνδρα, μετα ήταν ο πατέρας
μου το 1909, μετα ο Αποστόλης, χάθηκε μια κοπέλα μικρη Αντιγόνη, μετα ο Νικόλαος
το 1917, ο Θόδωρος το 1920 και τελευταία η Χριστίνα.
Η Λαμπρινή Τσουμάνη
(γιαγιά, σύζυγος Σπύρου Τσουμάνη), με την κόρη της Ανδρομάχη και την ανηψιά της
Παναγιώτα Τσουμάνη στο Πάπιγκο - Φωτο Carsten Hoeg, 1922
Ο παππους
είχε κτήματα στη Λάκκα Σούλι, Παλαιοχώρι, Αλεποχώρι, Μπότσαρη, …ειχε μεγάλο κτήμα,
το οποίο αγόρασε απο έναν Αγά, Τζαμαλή Αγά. Μάλιστα πήρε και σπίτι στα Γιάννενα.
Τότε το τσελιγκάτο είχε 2.500 με 3.000 πρόβατα. Από τα μεγαλύτερα τσελιγκάτα
και μάλιστα το αναφέρει και ο Κρυστάλλης. Σε ένα κεφάλαιο αναφέρει ποια ήταν τα
μεγαλύτερα τσελιγκάτα της Ηπείρου και ήταν Τσουμάνης, Ακρίβος, Γόγολος, Καψάλης
και άλλοι. Με τα στοιχεία που έχουμε, δύο από την οικογένεια ήταν οι πρώτοι
Σαρακατσαναίοι στην Ήπειρο που ΄μαθαν γράμματα. Ο Γεώργιος Τσουμάνης έγινε
δικηγόρος και μετα συμβολαιογράφος και ο Δημήτριος που όμως έφυγε πολυ νέος, μόλις
τελείωσε το γυμνάσιο.
Ο πατέρας
μου Αλέξης ήταν δύο φορες παντρεμένος.
Παντρεύτηκε το 1939 και η πρώτη του η γυναίκα ήταν πάλι απ΄ τους Τσουμαναίους,
καμμια συγγενικη σχέση βέβαια. Έκαναν τον μεγαλύτερο αδερφο μου τον Γιώργο. Έχω
φωτογραφία με την άσπρη μπουραζάνα και έχω και φωτογραφία απ΄ το βουνο απώνω
που πήγαν να πάρουν τη νύφη οι σχαριάτες. Αφου χάθηκε η πρώτη γυναίκα του, ο δεύτερος
γάμος έγινε εδώ στα Γιάννενα. Ήταν τότε με τον ανταρτοπόλεμο και δεν άφηναν τα πρόβατα
και τα έστειλαν άλλα Περιστέρι και άλλα Μέτσοβο. Έγινε το συνοικέσιο και στεφανώθηκε
στα Γιάννενα το 1947 με τη μάνα μου Δροσούλα, που ήταν το γένος Χαρίση. Έκαναν
τέσσερα παιδια εν ζωη, τη Μαριάνθη πρώτα, εμένα Δημήτριος – Μιχάλης το 50, ο Φίλιππας
το 52 και το 54 η αδελφη μ΄ η Ηρώ.
Οι
Τσουμαναίοι σήμερα είναι τρεις ρίζες. Τσουμαναίοι, Σαββαίοι (απ΄ το όνομα κάποιου
παππου για να ξεχωρίζουμε) και Λαλαίοι. Οι Λαλαίοι είναι απ΄ το Λαλάς, ο μπάρμπας,
από κει είναι και το σόι της γιαγιας μου, δηλαδη ο παππους μου ο Τσουμάνης,
παντρευτηκε Τσουμάνη. Βέβαια αυτα κάπου στην κορυφη σμίγανε, αλλα με τα πολλα
τα χρόνια ανοίξανε.
Ο Χριστόφορος Σπ.
Τσουμάνης (με τη φουστανέλλα) και ο Αλέξης Γεωρ, Τσουμάνης (με καπα και
μπουραζανι) στο Πάπιγκο - Φωτογραφία Αγγελικής Χατζημιχάλη
ΟΙ ΣΑΡΑΚΑΤΣΑΝΑΙΟΙ ΣΤΗΝ ΗΠΕΙΡΟ
Οι
Σαρακατσαναίοι, κοιτίδα μαζι με τ΄ Άγραφα που είναι θερινες βοσκες, πρώτα είναι
η Αιτωλοακαρνανία, το Ξηρόϊμερο. Από κει ξεκινάνε, …Άγραφα - Ξηρόϊμερο. Στα Άγραφα
δεν μπορούσαν τον χειμώνα να επιβιώσουν χιλιάδες πρόβατα, κοπάδια μεγάλα και
κατεβαίνανε Ακαρνανία. Ακαρνανία – Ξηρόϊμερο – Άγραφα. Όσον αφορα τη μετακίνηση
στην Ήπειρο, ήταν μεταγενέστερη. Τα πρώτα χειμαδια ήταν στην Άρτα και την Πρέβεζα.
Στην Ήπειρο
οι Σαρακατσαναίοι έβγαιναν κυρίως στο Ζαγόρι και στο Μέτσοβο στις Πολιτσές,
στις πηγες του Αώου. Λίγοι προς την Κόνιτσα και στο Περιστέρι πολύ λίγοι,
μεμωνομένες οικογένειες. Και στα Τζουμέρκα πολύ λίγοι. Αργότερα έβγαιναν και
στο Γράμμο. Στο Γράμμο βγαίνανε Θεσσαλοί Σαρακατσαναίοι, κυρίως Θεσσαλοί και με
μεγάλα τσελιγκάτα. Είχα γνωρίσει τον μπάρμπα Νίκο τον Χατζηπλή, η οικογένεια
Χατζηπλή ανέβαινε επάνω με 7.000 πρόβατα, όλο το τσελιγκάτο μαζι, …στη Μπαρούκα
έβγαιναν. Ανέβαινε ο Σούρλας, ο Καραγιάννης και πολλα άλλα ονόματα που δεν τα
θυμάμαι τώρα. Οι πιο πολλοί είναι Βλαχόφωνοι εκει. Η Γράμμουστα παλια ήταν εξίσου
με το Μέτσοβο, μεγάλο χωριο, …τρεις χιλιάδες περίπου.
Μετα από
κει, απ΄ ό,τι φαίνεται από έγγραφα, στο Ζαγόρι τουλάχιστον που ξέρουμε μεις,
από το 1840 – 50, βγαίναν οι Σαρακατσαναίοι και χτυπάγαν δημοπρασία τα βουνα.
Αυτό είναι εγγεγραμμένο στο Κουκούλι, το βρήκε κάποιος Γιάννης Γόγολος και κάποιος
Τσουμάνης και συγκεκριμένα απ΄ το Πάπιγκο.
Το 1885
επι τουρκοκρατίας, απαγόρεψαν στους Σαρακατσαναίους, τις οικογένειες, να βγουν
στα Ζαγοροχώρια, Μέτσοβο και Κόνιτσα. Φύγανε τα πρόβατα απάνω και οι οικογένειες,
μείνανε απ΄ τα Γιάννενα και κάτω, σε μια περιοχη που λέγεται ΄΄Πέντε πηγάδια΄΄,
Βαλτσιώρα. Τότε μάλιστα βγήκε κι ένα τραγούδι. ..το τίνος είναι τ΄ άλογα κι εκείνα τα κονάκια – είναι του Παύλου
Θόδωρου είναι του Μάρκου Τάγκα – είναι του Παύλου Θόδωρου του Θόδωρου Τσουμάνη
– εστείλανε το Νικολό να πάει στον καπετάνιο – το τι χαμπέρια Νικολέ από τον
καπετάνιο – Να φύγουνε τα πρόβατα να μείνουν τα κονάκια. Και μείνανε οι
οικογένειες κάτω. Τότες οι γυναίκες βγάλαν και κάτι άλλο που εκ των υστέρων έγινε.
Βαλτσιώρα βγάλε πρόβατα, Βαλτσιώρα βγαλ΄
και γίδια. – Βαλτσιώρα βγαλ΄ και μπιστικους κι ας ειν΄ και λερωμένοι. Γιατι
οι άντρες είχαν φύγει απάνω και περιμένανε μήνες για να γυρίσουν.
Χαρισαίοι στη Βίτσα το 1953 - συγγενείς της μητέρας Δροσούλας Χαρίση
ΤΑ ΧΕΙΜΑΔΙΑ ΣΤΗ ΛΑΚΑ ΣΟΥΛΙ
Τα πρώτα χειμαδια
των Τσουμαναίων ήταν Λάκκα Σούλι. Ο παππους ο Μήτρος, όταν ήτανε στη Λάκκα Σούλι
(εκει πέθανε γύρω στο 1910), έκανε πολλα καλα. Η περιοχη εκει του Σουλίου από ό,τι
ακούγεται είναι η φτωχότερη στην Ευρώπη, τότε φαντάσου τι ήταν εκει. Έκανε το
εξης καλο, όταν ερχότανε το Πάσχα μοίραζε το γάλα σε όλα τα γύρω χωρια. Μοίραζε
αρνια στη φτώχεια. Όταν κούρευε τα πρόβατα, έλεγε ελάτε πάρτε μαλλια, …για να
φτιάχνουν προικιά.
Το 1938
επι Βενιζέλου το κτήμα απαλλοτριώθηκε και αναγκάστηκαν τότε να παν σε πολλα άλλα
σημεία. Πρώτα πήγανε στα Παλιάμπελα Βονίτσης, …πήγαν ο παππους ο Γεώργιος Τσουμάνης,
μαζι με τα ξαδέρφια του, του Μιχάλη τα παιδια και κάτι άλλοι Τσουμαναίοι, πιο
μακρυνοι συγγενεις απ΄ τη Μεσούντα Άρτης για να πάρουν ένα μεγάλο κτήμα, γύρω
στις 13.000 στρέμματα, αλλα είχαν απαλλοτριίωθει κι αυτά. Το 1944 κανα δυο χειμώνες
πήγαν στη Σαγιάδα και ορισμένα πρόβατα και γίδια τα είχανε στα Σύβοτα στο Μούτο,
γιατι είχαν πολλα.
Μιχάλης Κων. Τσουμάνης
- Φωτο Carsten Hoeg, 1922
Ο ΟΣΜΑΝΤΑΚΑΣ
Εκει
συνέβη και το εξης γεγονος : Υπάρχει ένα τραγούδι ο Οσμαντάκας. Ο Οσμαντάκας
ήταν ένας λεβέντης. Τον είχαν καταδικάσει και πριν την εκτέλεση του είπαν ποια
είναι η τελευταία του επιθυμία. Κι αυτος είπε θέλω να χορέψω. Και χόρεψε τόσο
καλα, που του χάρισαν τυη ζωη. Και βγήκε αυτό το τραγούδι, φοβερο τραγούδι.
Μ αυτή την
οικογένεια έτυχε να γνωριστει ο παππους και συγκεκριμένα ήταν ο αδελφος του
παππου μου. Ο παππους έφυγε το 1922 – 23 σε μικρη ηλικία, εφυγε 53 χρονων. Ο
αδελφος του μ΄ έναν ξάδελφο του, Λεωνίδας Τσουμάνης, πηγαίνουνε στην Αλβανία
μεσα και παίρνουν απ΄ την οικογένεια Οσμαντάκα εξακόσια πρόβατα. Αρματωμένα,
σκυλια, κουδούνια, μπενέκια, …τα πλήρωσαν και ήρθαν εδώ. Τοτε επιτρεπόταν.
Τότε με
την κατοχη πηγαίνουν δύο παιδια, ένα του μπάρμπα Σπύρου αδερφου του παππου μου
κι ένα του μπάρμπα Λεωνίδα, ο Θωμας και ο Κώστας, …φεύγουνε και παν στην
Αλβανία να ψωνίσουν άλευρα. Πήραν μαζι τους τυρια και τέτοια πράγματα, αλλα
πήραν και παραδούλες. Πηγαίνοντας μέσα, αυτος ο Οσμαντάκας στην Κονίσπολη τότες
ήταν έπαρχος, πρόεδρος, τι ήταν εκει μεσα δεν ξερω και τούτοι εδώ πήγαν
επιφυλακτικα να ρωτήσουν που είναι ο μύλος και που θα μείνουν. Τους είδε αυτος
εκει και λέει, …για φωνάξτε αυτά τα παιδια, από πού είναι, …κατάλαβε ότι είναι
Έλληνες από δω. Πηγαίνουν εκει, …γεια
σας, …γεια σας, …μαζεμένοι αυτοι, με τα μολόγαγε ο ίδιος ο μπάρμπα Θωμας. Ποια
είναι αυτά τα παιδια; ….Τσουμαναίοι. Τσουμαναίοι; λέει …τον Σπύρο και τον Λεωνίδα τι τον έχετε;
Τότε πήραμε θάρρος. Λέει ο Θωμας, …ο Λεωνίδας είναι ο πατέρας μου και ο Κώστας,
ο Σπύρος είναι ο πατέρας μου. Λέει, …πάρτε τα παιδια, δείξτε τα τι να κάνουν,
να δέσουν τ΄ άλογα εδώ και πήγαν ψώνισαν και γυρίσανε πίσω.
Τους λέει
το εξης. Εκει είναι το φυλάκιο Μαυρομάτι, είναι η είσοδος από Ηγουμενίτσα προς
Αλβανία και πιο πάνω είναι η Κακαβιά. Τους λέει, …θα να΄ρχεστε να βοσκάτε τα
πρόβατα στο Αλβανικο μέσα στο βουνο απαν, αλλα δεν θα κοιμάστε στο Αλβανικο, θα
κοιμάστε στο Ελληνικο. Μεγάλη χαρα αυτοι, γιατι ήταν στενότητα εδώ και στη
Σαγιάδα είχε πολλοι Βλάχοι απ΄ το Κεφαλόβρυσο. Και μετα πήραμε θάρρος εμεις και
πηγαίναμε εκει, τον καιρο που ήταν κατοχη και εδώ δεν έβρισκες κλωνι, αλεύρι
και καλαμπόκι, …εμεις είχαμε θησαυρο και πηγαίναμε και ψωνίζαμε.
Μετα τα
γεγονότα με τον ανταρτοπόλεμο, κλείσαν τα σύνορα μέσα και έρχεται ένας γιος του
Τάκα από εκει, ο Σέρφο Τάκας, ο οποίος ήταν μέσα στην Αλβανία στο στρατο. Έφυγε
απο κει, λιποτάκτησε και ήρθε εδω στην οικογενεια τη δικη μας. Εντάχθηκε στις
δυνάμεις του Ζέρβα και μετα δεν ξέρω, ρώτησα κάτι γεγονότα και πρέπει κάπου να
σκοτώθηκε.
Απο δεξιά Ο Σπύρος Τσουμάνης (αδελφός του παππου),
Φίλιππος, Σπύρος, Ηρώ, Αλέξης και Χρήστος - στα χειμαδια στο Σπαθαράτι
ΤΑ ΧΕΙΜΑΔΙΑ ΣΤΟ ΣΠΑΘΑΡΑΤΙ
Το 1949
νοικιάσαμε ένα κτήμα στο Σπαθαράτι, ένα μέρος έξω απ΄ την Πάργα δεκαπέντε χιλιόμετρα,
δίπλα απ΄ το Μαργαρίτι, για να δούμε τι προκοπη έχει, αν είναι βοσκήσιμο η έχει
τίποτα βρίδια. Το νοικιάσανε κανα δυο χρονιες και το 1952 το αγοράσανε. Ένα κτήμα
1.820 στρέμματα. Η αγορα έγινε από τον πατέρα μου κει εκει είχαμε καλύβια, …έχω
και φωτογραφίες από γάμους. Εκει ήταν ο πατέρας μου με δυο αδέλφια, το Νικόλαο
και τον Θεόδωρο και τρία πρώτα ξαδέρφια του, ο Κωνσταντίνος, ο Περικλής και ο
Πελοπίδας. Είχαμε και κανα δυο άλλους σμίχτες, Τσουμαναίοι κι αυτοι. Μετα
αγόρασαν και σπίτι στα Γιάννενα.
Στο
Σπαθαράτι εκει ήταν μία μεγάλη στάνη. Είμασταν εμεις οι Τσουμαναίοι, πιο πάνω άλλοι
Τσουμαναίοι, ο Θανάσης, ο Βαγγέλης, ο Μήτσος και ο Γιώργος. Εμεις πηγαίναμε
Πάπιγκο και αυτοι πήγαιναν Σκαμνέλι. Και ήταν και Θανασούλας δυο - τρεις οικογένειες,
που μετα άλλαξαν το όνομα σε Κώνστας. Εκει που είμασταν εμεις, είχαμε ένα
καλύβι η μάνα μου, ένα ο θείος ο Θόδωρος με το θείο το Νίκο (αυτοι είχαν φτιάξει
διπλό καλύβι), ένα ο μπάρμπα Περικλής, άλλο ένα κονάκι ο θείος ο Κώστας και
άλλο ένα, …περίπου εφτα καλύβια. Στο δικο μας το καλύβι ζούσαμε ο πατέρας μου η
μάνα μου και εμεις τα πέντε αδέλφια.
Γάμος Θεοδώρου Γεωρ. Τσουμάνη (αδελφός του πατέρα μου) στο κτημα στο Σπαθαράτι,το 1957 - Χορεύει ο Θεόδωρος Τσουμάνης, η νύφη Κλεονίκη Μυριούνη και δίπλα η συνυφάδα της Θεοδώρα
Τα πρόβατα ήταν εκει, στέρφα,
γαλάρια και γίδια εκει, σ΄ ένα μέρος. Επειδη είχαμε πολλα πρόβατα εμεις, όταν γένναγαν
κι αν τα πρόβατα έχουν καλον γέννο, …να μην γενναν σαν γελάδια, ένα, δυο, τρια,
…να γενναν τη μέρα τριάντα, σαράντα, εξήντα. Γύρω - γύρω κόδρα για φράχτη και
μετα βάζαμε τις πλάτες να μένουν τ΄ αρνια. Τότε πηγαίναμε κι εμεις τα παιδάκια
τα μικρα και τα παίρναμε και τα πααίναμε στο παστρικό που λέγαμε το λιβάδι, να
βοσκήσουν με κάθε προβατίνα. Τότε ένας νεαρος τζιομπάνος ντύνονταν την κάπα με
τα μανίκια, τίναζαν την κάπα πίσω και βάζαν δέκα αρνια στην κάπα και μαζι απο
κοντα δέκα προβατίνες και τα πήγαιναν διακόσια μέτρα παρακάτ΄ στο λιβάδι, να
βοσκήσουν. Φοβερη εικόνα !!
Κάθε τρία
– τέσσερα χρόνια, τα άλογα τα ίγνωναν, δένανε τα πόδια κατά τέτοιο τρόπο τα δύο
πόδια εδώ στα μπούτια και σταυρωτα, ούτως ώστε να μην μπορουν ν΄ ανοίξουν τα πόδια
παραπαν από τριάντα – σαράντα πόντους. Αυτά τα κράταγαν μπορω να σου πω και πέντε
μήνες, μέχρι να συνηθίσει. Θυμάμαι και εμεις στο Πάπιγκο τα κάναμε εκπαίδευση
και ανεβαίναμε καβάλα.
Μια φορα,
όπως είχαν κουρέψει τα πρόβατα, δεξια μεργιά ήταν οι Γιωργαίοι και απ΄ την άλλη
μεργια τη στρούγκα οι Σπυραίοι. Κάποια ήθελε να φτιάξει προικια στην κοπέλα τ΄ς.
Πηγαίνει στον μπάρμπα Σπύρο τον αδελφο του παππου μ΄, …μπάρμπα Σπύρο θέλω να με
ζυγίσεις να με δώκ΄ς μαλλια, θέλω να φκιάσω προικιά την κοπέλα μ΄. Καλα μωρη μπανταλή
είσαι, τ΄ς λέει, …όλοι τα παίρνουν αζύγιαστα, εσυ τα θες ζυγιασμενα!! Σύρε πάρε
εκει!! Ο μπάρμπα Σπύρος πέρασε πάρα πολλα στη ζωη του. Κατ΄ αρχας ήταν κινητη
βιβλιοθήκη. Παρότι έχασε 4 γιους κι έναν ανηψιο, αδερφο του πατέρα μου, έζησε
94 χρονων.
Ο πατέρας
μου πέθανε το 1963, πρώτη γυμνασίου ήμουνα. Μετα ανέλαβε το τσελιγκάτο ο θείος
ο Νίκος, πήρε όλα τα χαρτιά του τσελιγκάτου και τα χαρτια απ΄ τα παλια τα χρόνια
τα άφησε. Λέει η μάνα μ΄ τότε, δεν μπορω να τα βλέπω Νίκο, πάρτα και κάψτα,
…και κάηκαν. Έγκλημα, δεν πιστεύω να υπήρχε τέτοιο αρχείο. Είχε και λευκη
ταυτότητα. Για να περάσουν στις παραμεθόριες περιοχες, είχαν ξεχωριστη
ταυτότητα. Το 1972 ο θείος μου ο Νίκος με τον Θόδωρο και με τον αδερφο μου,
αγοράσανε άλλο ένα κτήμα, πάλι εκει στο Σπαθαράτι, αλλα 1.500 στρέμματα. Από τα
κτήματα αυτά, δεν έφυγε κανεις από εμας εκτος Ηπειρου. Παντρεύτηκε μια κοπέλα
στη Γερμανία και ένας δεύτερος ξάδερφος ζει στην Κέρκυρα. Όλοι οι άλλοι στα Γιάννενα
και το νομο Θεσπρωτίας.
Γάμος Θεοδώρου Τσουμάνη στο Σπαθαράτι το 1957 - Πρώτος
στο χορό ο Αλέξης Τσουμάνης (πατέρας), Κλεονίκη Μυριούνη, Θεόδωρος Τσουμάνης,
Δροσούλα Τσουμάνη(μητερα) και Μήτσιος Ράπτης
Η ΣΤΡΑΤΑ
Από τα
χειμαδια μέχρι το Πάπιγκο έκαναμε 7 -8 κονάκια. Ξεκινάγαμε απ΄ το Σπαθαράτι, το
πρώτο κονάκι ήταν στο Καρβουνάρι η στο στρατιωτικο αεροδρόμιο Παραμυθιάς. Ανεβαίναμε
σκάλα Παραμυθιας που σήμερα εινα τα ΣΕΑ της Εγνατίας στο Ελευθεροχώρι. Μετα
ακολουθούσαμε δύο δρόμους, …η θα ερχόμασταν και περνάγαμε την Κοσμηρά, η θα
πηγαίναμε απ΄ τη Βροσίνα. Πλησιάζοντας τα Γιάννενα, μέναμε εδώ έξω απ΄ την
Κληματιά. Μετα πηγαίναμε προς τη Ζίτσα, ανεβαίναμε το βουνο, βγαίναμε πριν τους
Νεγράδες και σταματάγαμε στο Πανέτσι, εκει που έγινε η Κραμπάλα, πιο παν απ΄
την Αρίστη και κάναμε κονάκι στο ποτάμι τον Βοιδομάτη.
Είχαμε
καμμια δεκαπενταρια άλογα. Καμμια δεκαρια φορτιάρικα που τα φορτώναμε, τρεις
φοράδες και αγόρασε ο πατέρας μ΄ απ΄ τη Βουνοπλαγια και ένα γομάρι. Κάθε στάνη
είχε και ένα γομάρι γιατι όταν πηγαίνει με τη φοράδα βγάζει μουλάρια και το είχε
γι αυτό το λόγο. Όταν πηγαίνει το άλογο με τη φοράδα βγάνει άλογο, όταν πηγαίνει
το γομάρι με τη φοράδα θα βγάλει τα μουλάρια. Ήταν ορισμένα τα οποία δεν δύχονταν
το συγκέρι. Κανα δυο ήταν αμολυτά, φορτωμένα. Ο πατέρας μου είχε ένα άλογο τόσο
ήμερο, αφου εμεις τα παιδια περνάγαμε από κάτω, εδώ – εκει. Ήμουνα δυο χρονων
και όπως με είχαν καβάλα και δεμένο πανωσάμαρα σ΄ ένα κόκκινο άλογο, με βάρεσε
ο ήλιος. Και μόλις περάσαμε μια γέφυρα, είχε κάτι κουτσουπιες και κόβει κλαρια
η μάνα μ΄ και τα περνάει στις τριχες δίπλα στα χαράργια και μ΄ έβαλε σκια για
να μη με βαράει ο ήλιος. Κάποιες φορες πηγαίναμε και σια μπροστα. Αυτό το κάναμε
την άνοιξη, το φθινόπωρο επειδη ειχε βροχες δεν γίνονταν. Είμασταν τέσσερα – πέντε
παιδάκια και μια βαβα.
Η Δροσούλα Τσουμάνη (μητέρα) αριστερα με την κουμπάρα της
Μαρία Χαρίση - Ντρίσκου και την μικρή Ηρώ Τσουμάνη
Για να
κάνουμε τη στρούγκα στη στράτα, πέρναμε δυο σαμάρια και φτιάχναμε τα μάτια, ένα
– δυο μάτια, όσα ειχαν. Πέρναμε μετα τα χαράργια και τα απλώναμε δίπλα από κει.
Μετα έμπηγαμε ένα ξύλο και έβαζαμε ένα τσόλι, έφτιαχναμε δηλαδη απ΄ τα μάτια
πέντε – έξι μέτρα, από δω και από κει. Και μετα εμεις τα παιδούλια, γύρω – γύρω
φ΄λάγαμαν να μη φύγουν τα πρόβατα. Μετα από κει ζεστό όπως είναι το γάλα το πήζανε,
…τσαντήλες και κρέμασμα. Κοιτούσαν μετα, ήταν αγορα η Παραμυθιά, ηταν γνωστοί
σχεδον όλοι εκει που πήγαιναν οι δικοι μας και εκει έφευγαν τα πρώτα τυρια.
Μετα παραπαν δυσκολεύονταν στα χωρια, γιατι είχαν κι αυτοι πρόβατα.
Στις 28
Οκτωβριου του 1950 γεννήθηκα στο Πάπιγκο. Μέχρι τις 12 Νοεμβρίου φύγαμε, κάναμε
δυο κονάκια και μετα ξεφορτώσαμε εδώ πανω απ΄ τα Γιάννενα, στο Δροσάτο που
είναι σήμερα. Τότε εδώ ήταν βαρκό, λιμνοθάλασσα. Τότε είμασταν δυο οικογένειες,
…δυό τέντες. Πιάνει η βροχη και ο αέρας και τ΄ς γκρεμάει τις τέντες. Εγω ήμαν
10 – 12 ημερων. Με ξημέρωσε η μάνα μ΄ σαν το Χριστό στη σαρμανίτσα. Έπεσε η τέντα
κι αυτή απάνω στη σαρμανίτσα. Πως άντεξα και πως έζησα κι εγω δεν ξέρω.
Στα
Γιάννενα υπήρχε το ΄΄γυαλι καφενε΄΄. Εκει οι Σαρακατσαναίοι πήγαιναν και στη
στράτα και μετα. Κατέβαιναν απ΄ το βουνο στα Γιάννενα, …που θ ανταμώσουμε; στο
γυαλι καφενε. Το καφενείο το είχε ένας Τζιοματάρης απ΄ την Αρίστη. Τότε ντρεπόμασταν
να πάμε εμεις εκει. Εκει πήγαινε όλη η ελίτ, όλο τσελιγκάδες και όλο μορφωμένοι.
Σημείο συνάντησης και έτυχε κι αυτος να είναι Ζαγορίσιος, αλλα και γύρω από
εκει υπήρχαν πέντε – έξι χάνια. Τα χάνια εκείνη την εποχη ήταν ξενοδοχεία, τα
οποία είχαν εστιατόριο, κρεββάτια και χώρος για τα άλογα, όχι μονάχα να
σταυλίζονται, αλλα να τα ταϊζουν, να τα πεταλώνουν και να τα προσέχουν. Δίπλα
από το γυαλι καφενε ηταν ο Ματσάγκας, ο Κόρακας, ο Ρούκας και αλλα δυο.
Τη στράτα
την κάναμε με τα πόδια περίπου μέχρι το 1958, μετα φέραμε αυτοκίνητα. Φεύγαν τα
αλαφρώματα και παιδούδια, γριες και παππούδες όλοι μαζι. Το πάνω – κάτω κράτησε
μέχρι το 1975 – 80.
Ο Αλέξης Κων. Τσουμάνης (πρώτος ξάδελφος του παππού) με
την κόρη του Παναγιώτα στο Πάπιγκο - Φωτο Carsten Hoeg, 1922
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ - ΜΙΧΑΛΗΣ
Εγω έχω
δύο ονόματα. Δημήτριος γράφομαι και Μιχάλη με φωνάζουνε. Επειδη ο Δημήτριος ο
γιος του μπάρμπα Σπύρου έφυγε νέος, 19 χρονων παιδι. Τον χτύπησε πάνω στο βουνο
στο Πάπιγκο στη Δρακόλιμνη χειροβομβίδα, νάρκα. Εκείνο το βράδυ γεννήθηκα κι
εγω κι έτσι πήρα το όνομα Δημήτριος. Έχει κι άλλη ιστορία αυτό το όνομα. Εγω
γεννήθηκα 28 Οκτωβριου του 1950. Τοτε φεύγανε λίγο πιο αργα τα κοπάδια. Φεύγει
ο πατέρας μου πρώτος και μένει ο παππους ο μπάρμπα Σπύρος στο χωριο πίσω.
Μπάρμπα Σπύρο να γράψεις το παιδι. Πααίνει ο μπάρμπα Σπύρος στον γραμματικό,
…μου΄πε ο Αλέξης έτσι κι έτσι, να γράψω το παιδι. Πώς τη λεν τη μάνα του
παιδιου ? …Πως τη λεν …Αλέξαινα!! Τι να πει τότε και του΄πε ένα όνομα, …βάλε
Χρυσάνθη. Το γένος ? Η μάνα μ΄ παλια λέγονταν Μυριούνη και Χαρίση γράφονταν
τώρα στο τέλος, αλλα επειδη είχε και έναν Γιάννη έναν παππου, τους λέγανε και
Γιαννελαίους. …το γένος Γιαννέλη. Την άλλη χρονια όταν με βάφτισαν εμένα, λέει
ο νονος μ΄, πώς θα το βγάλουμε το παιδι; ..Δημήτριος του λεν….όχι Δημήτριος
λέει η γιαγια, το παιδι θα το βγάλουμε Μιχάλη, το όνομα του πατέρα της. Η
βάφτιση έγινε Δημήτριος, αλλα με φωνάζουν Μιχάλη.
Όταν εγω
πήγα στο Δημοτικο το 1956, πάμε εκει σοβαροι καθαροι και ήταν καμμια δεκαριά
μπροστα, και δυο - τρια Σαρακατσανάκια. Φτάνει η δασκάλα σε μένα, Τσουμάνης
Δημήτριος λέει ο δάσκαλος, …τίποτα εγω, σοβαρος. Εσυ είσαι με λέει ο δάσκαλος ?
εμένα με λεν Μιχάλη του λέω. Και όταν ήταν να δώσω εξετάσεις απ΄ το γυμνάσιο
στο λύκειο, αναγκάστηκα να πάρω πιστοποιητικο απ΄ την κοινότητα και να πάω στη
Δνση εσωτερικων και ν΄ αλλάξω μητρώνυμο και γένος.
Σχαριάτες στον πρώτο γάμο του πατέρα Αλέξη Τσουμάνη -
Βουνο Πάπιγκου Ζαγορίου, θέση Λιβαδάκια, 1939
ΣΤΟ ΠΑΠΙΓΚΟ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΑΣΤΡΑΚΑ
Στο Ζαγόρι, εμεις πηγαίναμε επι εκατό χρόνια και πλέον στο
ίδιο σημείο. Λέγεται Λάκκα Τσουμάνη. Εκει μένανε από το 1860 – 65, μέχρι και σήμερα.
Στο Πάπιγκο, ο πρώτος δημότης που υπάρχει είναι ο αδερφος του παππου μου το 1873.
Ο παππους μου είχε καλύβια στο βουνο, με τις οικογένειες. Αλλα όταν τα παιδια
μεγαλώσανε και πηγαίνανε στο δημοτικο και σχολαρχείο που ειίχε το Πάπιγκο, …μενανε
στο Πάπιγκο. Και συγκεκριμένα έχω μία φωτογραφία του 1921, σε μια βρύση στο Πάπιγκο
στην οποία είναι μέσα έξι Τσουμανόπουλα. Οι πρώτοι Σαρακατσαναίοι γενικα στο
Ζαγόρι που μείναμε σε χωριο, στο Πάπιγκο, είμασταν εμεις. Πρώτα σε νοικιασμένα
σπίτια και το 1935, αγοράσαμε δικο μας.
Όταν φτάναμε
στο Πάπιγκο, πληρώναμε φόρο. Αφου γίναμε δημότες δεν βγαίναν δημοπρασία όπως
παλια. Δηλώνανε τα πρόβατα. Μόλις φτάναμε στο χωριο απ΄ έξω, στο καμπαναριο απ΄
έξω, εκει γινόταν η διαδικασία του μετρήματος. Έβγαινε επιτροπη, ένας απ΄ το
δημοτικο συμβούλιο, ο αγροφύλακας και ο κλητήρας και μέτραγαν τα πρόβατα. Ένα αλογομούλαρο ισοδυναμούσε όσο επτα μικρα
ζώα. Για να πάνε στη στάνη, ανέβαιναν από το Πάπιγκο, μόνο μια χρονια που έπεσε
η γέφυρα Παπίγκου, αναγκαστήκανε να πηγαίνουν από Κληδωνιά και ν΄ ανεβαίνουν απάνω.
Ο Αλέξης Τσουμάνης (πατέρας) στον πρώτο του γάμο με την
Θάλεια Κων. Τσουμάνη στο Πάπιγκο το 1939
Στη Λάκα
είμασταν εμεις οι Τσουμαναίοι, δίπλα μια άλλη στάνη Τσουμαναίοι κι αυτοι και δίπλα
προς το καταφύγιο οι Χουλιαραίοι. Εκει λεγόταν Λάκα Τσουμάνη, Ραϊδόβολη. Πάνω
στο καταφύγιο ήταν οι Βαγγελαίοι, μεγάλη στάνη κι αυτή. Πιο πέρα μετα στο
Λάπατο ήταν Βαγγελαίοι πάλι, Λουτσάρης και Κουμπής. Πιο πέρα μετα ήταν η Τσούκα,
εκει ήταν δυο αδέρφια Τσουμαναίοι, ο Τάσος και ο Κώστας. Ο Κώστας είχε τον Καψάλη,
τον Καπρινιώτη και τον Καλύβα και πιο πέρα στα λιβαδάκια ήταν ο Τάσος. Ήταν και
ο Δόσης, ο Παπαρούνας που είχε γίδια περισσότερα, ο Κώστα Τάγκας και ήταν κι ένας
Καρβούνης. Τότε το Πάπιγκο είχε περίπου 10.000 πρόβατα.
Ο ορεινος όγκος
της Τύμφης είχε γύρω στις 60.000 πρόβατα, συνολικα απο Πάπιγκο, Τσεπέλοβο,
Σκαμνέλι, Βραδέτο, Καπέσοβο και Κουκούλι. Στο Καπέσοβο μια οικοένεια πήγε, του
πατέρα μου μπατζανάκης ο Βαλάκος και εκει καταστράφηκε. Δεν δεχότανε
Σαρακατσαναίους και γι αυτό καταδικάστηκε και είναι από τα λιγότερα χωρια που έχουν.
Το Ζαγόρι έζησε λόγω των Σαρακατσαναίων. Οι Ζαγορίσιοι σαν εγγράμματοι, ξενιτεμένοι,
φύγαν ο κόσμος και μετα μπήκαν οι Σαρακατσαναίοι. Υπήρχε και ρατσισμος, να σε
πω ότι δεν χωνεύαν τους Σαρακατσαναίους; Βέβαια από ένα μέρος μπορει να είχαν
και λίγο δίκαιο, αλλα όταν εσυ είσαι μορφωμένος και ο άλλος είναι ας τον πούμε
αγράμματος. Αλλα οσο αγράμματος να είσαι, …υπήρχαν τσελιγκάδες που ήταν του
δημοτικου.
Τότε οι
τσελιγκάδες, αυτοι που είχαν πολλα πρόβατα, όταν θέλαν το καλοκαίρι να βγουν
απαν, δεν έβαζαν οποιονδήποτε γαλαριάρη. Για να φυλλάξει κάποιος τα γαλάρια τα
πρόβατα, πρέπει να έχει εμπειρία. Δεν έβαζαν έναν οποιονδήποτε ζγουριάρη. Γιδάρη
έβαζαν οποιονδήποτε. Τα γίδια ποδάρι ήθελαν και έβαζαν και τα παιδια. Γιατι ;
Κατ΄ αρχας, διάλεγαν το ζγουροτόπι. Διάλεγαν κάθε τρία – τέσσερα χρόνια, για ν΄
ανανεώνονται τα κοπάδια. Τα παλια τα πρόβατα τα ξεχώριζαν και τα΄βαζαν στα ζωνάρια
απάνω, δηλαδη σε τόπο που δεν πήγαιναν τα πρόβατα. Τα΄βαζαν εκει να βοσκήσουν για
να παχύνουν. Τα κατέβαζαν εγω θυμάμαι στη Δρακόλιμνη και τα αλάτ΄ζαν, τα πότ΄ζαν
και τα ξαναπήγαιναν στα ζωνάρια.
Γάμος Κων. Σπ. Τσουμάνη στο πατρικό σπίτι στο Πάπιγκο το
1935
Τα στέρφα
αναγκαζόμασταν και τα πηγαίναμε και σε άλλα χωρια, πιο μακρυα. Μισθωμένα,
…νοικιάζανε και τα πηγαίναμε εκει. Εμεις τα πηγαίναμε στο Βρυσοχώρι από πίσω.
Εκει πήγαινε ο στερφάρης, πήγαιναν συνήθως δύο και τους δίναν και δυο γίδες για
ν΄ αρμέγουν γάλα να τρώνε. Τότε είχανε
το γαλατάσκι, …είναι δέρμα κατσικίσιο, …έσφαζαν μικρο ζώο, το έγδερναν και εκει
έβαζαν γάλα η γιαούρτι. Το είχαν και στη στράτα.
Και θυμάμαι
μια φορα, απ΄ τα διακόσια πρόβατα που ήταν, …μπαίνει μια αρκούδα και βγαιίνει
από κατ΄ απ΄ τη μονη Στομίου. Εκει είχε ένα μονοπάτι το οποίο το είχε φράξει το
1935 ένας μπάρμπας μ΄ ο Πελοπίδας και μέχρι το ΄60 δεν είχε πάει άλλος εκει να
κατεβει. Και μπήκε η αρκούδα και δεν τα΄φαγε. Τα στρίμωξε και αυτα έφυγαν και πήγαν
στα ζωνάρια, αλλα τα στρίμωξε και αυτα έπεφταν στο γκρεμο. Αυτο έγινε γύρω στο
1962 – 63. Άρμεγαμαν τα πρόβατα και κοιταν απαν, …όρνια. Ορε τι ν΄ τούτο, …και
απ΄ τα όρνια κατάλαβαν. Και πήγα εγω μ΄ έναν ξάδερφο μου τον Βασίλη και τα βρήκαμε
πεσμένα.
Η Χριστίνα Γ. Τσουμάνη και η γιαγια Σταματία Τσουμάνη - Φωτογραφία Αγγελικής Χατζημιχάλη - Πάπιγκο 1935
ΤΟ ΤΥΡΟΚΟΜΕΙΟ ΣΤΗΝ ΑΣΤΡΑΚΑ
Το καλοκαίρι
που έβγαιναμε επάνω είχαμε το τυροκομείο, το καλύτερο κτίριο που έχω δει σε στάνη
σε ορεινες βοσκες, το έχω και σε φωτογραφία. Υπήρχε στρούγκα με δυο μάτια, δυο
διόδους και αρμέγανε δυο και δυο, τέσσερις και δυο οι παρααρμεχτάδες έξι. Η
στρούγκα ήταν πέτρινη, μεγάλη και έπαιρνε και πεντακόσια πρόβατα. Το τυροκομείο
είχε σκέπαστρο επάνω, εκει που έρχοταν να φάρουν τα γάλατα, όταν βρέχει να
ξεφορτώνουν, δεξια είχε οικίσκους ποιμένων, δηλαδη σπιτάκια που μέναν οι
τζιομπαναραίοι, αριστερα ήταν το εργαστήριο εκει που μπατζεύανε και πιο
αριστερα υπήρχε αποθήκη. Η αποθήκη είχε μισο μέτρο τοίχο και μετα, ειδικα απ΄
τη μία πλευρα που βάραγε ο ήλιος το απόγευμα, βάλανε άλλο ένα μέτρο τοιχοποιία.
Σκέτο ψυγείο. Είχε και σκεπη από πάνω με πλάκες, με πέτρες.
Το τυροκομείο των
Τσουμαναίων στη Λάκα Τσουμάνη
Ο πατέρας
μου μαζι με τ΄ αδέρφια του, εκτος απ΄ τη δικη μας στάνη, εκμεταλλεύονταν και άλλα
τυροκομεία, έκαναν και εμπόριο τυριου. Έκανε
κεφαλοτύρια και βούτυρα. Συγκεκριμένα είχε στάνη, Κοβοστίτσα λέγονταν, πάνω απ΄
το Πάπιγκο, στους πύργους από παν και έβγαινε από κει στο Τσεπέλοβο και έπαιρνε
γάλατα Τσεπελοβίτικα. Μετα μπορει να πήγαινε στα Γιάννενα, …μάζευε το καπίστρι
τη γκέσα, να μη φτάνει να βοσκήσει κι αυτή πήγαινε μόνη της πίσω στη στάνη.
Με τον
ανταροπόλεμο πήγαν οι αντάρτες εκει και κάψανε τη στάνη για να πάρουν ξύλα, για
να ζεσταίνονται. Και αναγκάστηκαν οι δικοι μας μετα, με γρεντιές και με δέντρα
να την ξαναφτιάξουν και τη σκεπάσανε με ρεζίνα, ένα είδος άχυρου. Και τα τυρια
τα ΄βαζαν εκει μέσα, …θυμάμαι συγκεκριμένα είχαν πλακόστρωτο κάτω και βάζαν τα
τυρια σε πέντε – έξι σειρες. Το βασικότερο για να διατηρηθει καλα είναι το αλάτι.
Το αλάτι κρατάει το τυρι και τη φέτα την κάνανε πιο αλμυρη. Εγω όταν ήμαν γυμνάσιο,
όλο το καλοκαίρι περίμενα πότε να φύγω και να πάω στο βουνο. Και παρακολουθούσα
όλη τη διαδικασία του μπατζαριου. Παλια που είχαν γάλατα πολλα, βάζαμε τυροκόμους
και μάλιστα ήταν Συρρακιώτες.
Στάνη Τσουμαναίων στη Λάκα Τσουμάνη - απο αριστερα
Ξενοφων Τσουμάνης, δυο τυροκόμοι, Παντελής Σπ. Τσουμάνης και ο αδελφός του
παππού Σπύρος Τσουμάνης
Πως βγαίνει το βούτυρο
Για να κάνεις
ένα κιλο κεφαλοτύρι, θέλεις πέντε κιλα γάλα, εξαρτάται βέβαια και από τα
λιπαρα. Για να κάνεις τη φέτα θέλεις τέσσερα κιλα. Άλλη τιμη είχε το γάλα το
χειμώνα, άλλη τιμη είχε το καλοκαίρι. Άλλη τιμη είχε το γάλα στα σπανα και άλλη
τιμη στα λόγγα. Και έχει εξήγηση. Τα σπανα είναι καλύτερος ο τόπος και έχει
περισσότερα λιπαρα, γιατι τα χορτάρια τα τραβαν (κάλιο, νάτριο ασβέστιο), ενώ
εκει στα δασώδη τα τραβαν τα δέντρα. Όπως και τα λιβάδια. Άλλα τα λιβάδια της
Πρέβεζας, άλλα τα λιβάδια της Θεσπρωτίας. Η Θεσπρωτία έχει καλα λιβάδια για
κτηνοτροφία.
Αποβουτυρώναμε
το γάλα κατα 25%, είχαμε μηχανη και έβγαινε απ΄ τη μια μερια το γάλα και απ΄
την άλλη η κρέμα που λέγαμε, πριν γίνει βούτυρο. Αυτη την κρέμα τη βάζαν σ΄ ένα
καζάνι σαράντα - πενήντα κιλα, γινόταν η φυσικη ζύμωση και μετα στο καζάνι μεσα
την ανακάτωνες με το χέρι και κόβονταν. Έβγαινε το βούτυρο και έμενε το ξυνόγαλο.
Για να
δοκιμάζουν τα κεφαλοτύρια είχαν τον λεγόμενο ΄΄κλέφτη΄΄. Ο κλέφτης ήταν ένα εργαλείο, όπως είναι το δάχτυλο
περίπου 20 πόντους, το οποίο στη μύτη είχε κάτι που έκοβε σαν μαχαίρι και το έμπηγες
στο κεφαλοτύρι στο κέντρο, το έστριβες και έβγαζε ολόκληρο κομματάκι. Έριχναν
αλάτι και στα κόθρια και από πάνω και από κάτω και μετα έπαιρναν με τον κλέφτη,
για να δουν πόσο είναι, για να μην τα κάνουν λύσσα. Βαζανε τον κλέφτη μέσα, κλέβανε
ένα κομματάκι, το δοκιμάζανε, το ξαναβάζανε και μετα στην οπη εκει γύρω βάζανε
κάτι και έκλεινε το κεφαλοτύρι.
Τα παιδια παίζουν στη Λάκα Τσουμάνη στο Πάπιγκο - Φωτο
Carsten Hoeg, 1922
Ο CARSTEN HOEG TO 1922 ΣΤΗ ΛΑΚΑ ΤΣΟΥΜΑΝΗ
Στο Πάπιγκο
πάνω υπάρχει ένας ευεργέτης, ο Μιχαήλ Αναγνωστόπουλος. Αυτος ήταν φιλόλογος καθηγητης
και γλωσσολόγος. Ο Αναγνωστόπουλος επειδη είχε σχέση μ΄ εμας έβγαλε πολλες
φωτογραφίες. Κατ΄ αρχας, τον γάμο του παππου μου, …παππους μου παντρεύτηκε το
1895. Υπάρχει και μια δεύτερη, λίγο αργότερα που είναι ο γάμος του Γιώργου Γόγολου.
Αυτή η οικογένεια είχε έναν Πολυχρόνη Αναγνωστόπουλο, ξάδερφο του ευεργέτη, ο
οποίος ήταν και φωτογράφος. Ο γιος του Γεώργιος, καθηγητης φιλόλογος κι αυτος,
ήταν η αιτία που ο Hoeg ήρθε και γνώρισε τους Σαρακατσαναίους.
Αυτος σαν
νέος φοιτητης, πήγε να κάνει κάποια εργασία, τον συνάντησε και του λέει, …να
πας να ασχοληθεις με τους Σαρακατσαναίους. Και τον στέλνει στον παππου μου. Ο
παππους μου ζούσε εδώ στα Γιάννενα τότε το 1922. Ο Hoeg ήρθε εδώ στα Γιάννενα,
αντάμωσε με τον παππου μου και του λέει: …δεν θα πας ακόμα Πάπιγκο, πήγαινε
αλλου, γιατι δεν βγήκαν ακόμα οι Σαρακατσαναίοι και θα σε πω εγω πότε θα πας
απαν, όταν βγουν οι οικογένειες. Πήγε Δελβινάκι, πήγε Πάργα, πήγε Μεσολόγγι νομίζω,
Μιτσικέλι και όταν ανεβήκαν οι Σαρακατσαναίοι επάνω, τότε ανέβηκε κι αυτος. Έκατσε
δύο μέρες στο χωριο στο Πάπιγκο και μετα ανέβηκε πάνω στη Λάκα Τσουμάνη που
λεμε. Σε μας έκατσε τρεις - τέσσερις μερες, κάπου εκει. Πήρε στοιχεία τι πήρε, έβγαλε
και φωτογραφίες και μετα πήγε στη Δρακόλιμνη. Από τη στάνη η Δρακόλιμνη είναι
μια – μιάμιση ώρα. Άμαθο παιδάκι, …κάπου κρύωσε. Γύρισε στη στάνη, τον έτριψαν
λίγο, …και βάζουν ένα παιδι να τον πατήσει. Τον πάτησε ο Πελοπίδας.
Η Αγγελικη
Χατζιμιχάλη έχει κάνει καταγραφη στην Ήπειρο. Πέρασε απ΄ το Πάπιγκο και έχει
και τον πατέρα μου φωτογραφία. Έχει τη γιαγια μου, μαζι με μια θειά μου κοπελίτσα
που ιδιάζουνε. Και ο Μπαλάφας ήρθε στη στάνη τη δικια μας. Είχε συγκεκριμένα
γνωριμία με έναν συγγενη μας, τον Νασιάρα Τσουμάνη και πήγε εκει και υπάρχει
μια φωτογραφία του στη Λάκα Τσουμάνη, που έχει τα πρόβατα τα δικα μας.
Η Αλεξάνδρα Τσουμάνη στο Πάπιγκο - Φωτο Carsten Hoeg,
1922
Η ΤΟΠΟΘΕΣΙΑ ΚΑΤΣΑΝΤΩΝΗΣ
Η οροσειρα
της Τύμφης που είναι προς την κοιλάδα του Αώου, είναι η Δρακόλιμνη, είναι ο
Πρόσκος και είναι η Γκαμήλα, που είναι η υψηλότερη κορυφη της Τύμφης, 2.497 μ.,
έχω ανέβει δυο – τρεις φορες. Στον Πρόσκο στους πρόποδες, υπάρχει μια τοποθεσία
που λεγεται Κατσαντώνης. Ο Κωνσταντίνος Φερεντίνος ήταν ενας τσέλιγκας που έζησε
105 χρονων (η οικογένεια του ζει τώρα στο Τσεπέλοβο) και τον ειχε βαφτισμένο ο
Αριστοτέλης Βαλαωρίτης και μάλιστα τότε του χάρισε και ένα χρυσο ρολόι. Αναφέρει
το εξης : ότι ο Κατσαντώνης πέρασε απ το Βιτσκό, απ΄ το Βίκο δηλαδη και απ΄ τον
Πρόσκο.
Εκείνο που
ξέρω εγω απ΄ τους δικους μας, …όταν ο Κατσαντώνης ήταν μικρος, αρμέγανε τα πρόβατα
και τα γκεσέμια μπροστα έφευγαν, …και του λεει ένας, φεύγα Αντώνη να φέρεις τα
τραϊά κατ΄ για ν΄ αρμέξουμε τα πρόβατα. Φεύγει ο Αντώνης και τόσο ταχυς ήταν
και πάει και πιάνει το τραϊ απ΄ τα κέρατα και γύρ΄σαν όλα τα άλλα και τα΄φερε
στη στρούγκα για ν΄ αρμέξουν τα πρόβατα.
Γάμος του Γρηγόρη Τσουμάνη στο Πάπιγκο στην πλατεία του
χωριού
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Εμεις οι
Τσουμαναίοι οι Παπιγκιώτες, είναι το τελευταίο τσελιγκάτο που ήταν δεύτερα ξαδέρφια
και είχανε έναν κοινο λογαριασμο. Και είχανε δυα σ΄μάδια, τα πρόβατα τα σημάδευαν
στ΄ αυτια. Εμεις οι Γιωργαίοι (Αλεξαίοι μετα, το όνομα του πατέρα μου), είχαμε
μπροστοκλειδιά, μπροστοκλειδιά, οι δε Σπ΄ραίοι οι άλλοι είχαν φορκάθ΄κο,
πισωκλειδιά. Είμαστε η τελευταία Σαρακατσάνικη στάνη, που χώρισαν δεύτερα ξαδέλφια.
Τα δύο σ΄μάδια, χωρίσανε γύρω στο 1971 – 72. Τότε χώρισαν και τα τρία αδέλφια
του πατέρα μου.
Πρόβατα έχουν
σήμερα ένας πρώτος και ένας δεύτερος ξάδερφος μου, που μένουν κάτω στα κτήματα
στο Σπαθαράτι. Ο αδερφος μου σταμάτησε να ανεβοκατεβαίνει το 2010 – 12. Μέχρι τότε
τα είχε κάτω σταβλίσια και επάνω στο Πάπιγκο, στη Λάκα ελεύθερα.
Μιχάλης και Σπύρος Τσουμάνης - Στάνη Τσουμαναίων,
Ραϊδόβολη, Λάκα Τσουμάνη - 1958
Ο Μιχάλης Αλ. Τσουμάνης στη Λάκα Τσουμάνη
Ο Μιχάλης Τσουμάνης στο Πάπιγκο το 1988


,%20%CE%BC%CE%B5%20%CF%84%CE%B7%CE%BD%20%CE%BA%CF%8C%CF%81%CE%B7%20%CF%84%CE%B7%CF%82%20%CE%91%CE%BD%CE%B4%CF%81%CE%BF%CE%BC%CE%AC%CF%87%CE%B7%20%CE%BA%CE%B1%CE%B9%20%CF%84%CE%B7%CE%BD%20%CE%B1%CE%BD%CE%B7%CF%88%CE%B9%CE%AC%20%CF%84%CE%B7%CF%82%20%CE%A0%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CF%8E%CF%84%CE%B1%20%CE%A4%CF%83%CE%BF%CF%85%CE%BC%CE%AC%CE%BD%CE%B7%20%CF%83%CF%84%CE%BF%20%CE%A0%CE%AC%CF%80%CE%B9%CE%B3%CE%BA%CE%BF%20-%20%CE%A6%CF%89%CF%84%CE%BF%20Carsten%20Hoeg,%201922%20.jpg)
%20%CE%BA%CE%B1%CE%B9%20%CE%BF%20%CE%91%CE%BB%CE%AD%CE%BE%CE%B7%CF%82%20%CE%93%CE%B5%CF%89%CF%81,%20%CE%A4%CF%83%CE%BF%CF%85%CE%BC%CE%AC%CE%BD%CE%B7%CF%82%20(%CE%BC%CE%B5%20%CE%BA%CE%B1%CF%80%CE%B1%20%CE%BA%CE%B1%CE%B9%20%CE%BC%CF%80%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%B1%CE%B6%CE%B1%CE%BD%CE%B9)%20%CF%83%CF%84%CE%BF%20%CE%A0%CE%AC%CF%80%CE%B9%CE%B3%CE%BA%CE%BF%20-%20%CE%A6%CF%89%CF%84%CE%BF%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%AF%CE%B1%20%CE%91%CE%B3%CE%B3%CE%B5%CE%BB%CE%B9%CE%BA%CE%AE%CF%82%20%CE%A7%CE%B1%CF%84%CE%B6%CE%B7%CE%BC%CE%B9%CF%87%CE%AC%CE%BB%CE%B7.jpg)


,%20%CE%A6%CE%AF%CE%BB%CE%B9%CF%80%CF%80%CE%BF%CF%82,%20%CE%A3%CF%80%CF%8D%CF%81%CE%BF%CF%82,%20%CE%97%CF%81%CF%8E,%20%CE%91%CE%BB%CE%AD%CE%BE%CE%B7%CF%82%20%CE%BA%CE%B1%CE%B9%20%CE%A7%CF%81%CE%AE%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%82%20-%20%CF%83%CF%84%CE%B1%20%CF%87%CE%B5%CE%B9%CE%BC%CE%B1%CE%B4%CE%B9%CE%B1%20%CF%83%CF%84%CE%BF%20%CE%A3%CF%80%CE%B1%CE%B8%CE%B1%CF%81%CE%AC%CF%84%CE%B9%20,%20.jpg)
%20%CF%83%CF%84%CE%BF%20%CE%BA%CF%84%CE%B7%CE%BC%CE%B1%20%CF%83%CF%84%CE%BF%20%CE%A3%CF%80%CE%B1%CE%B8%CE%B1%CF%81%CE%AC%CF%84%CE%B9,%CF%84%CE%BF%201957%20-%20%CE%A7%CE%BF%CF%81%CE%B5%CF%8D%CE%B5%CE%B9%20%CE%BF%20%CE%98%CE%B5%CF%8C%CE%B4%CF%89%CF%81%CE%BF%CF%82%20%CE%A4%CF%83%CE%BF%CF%85%CE%BC%CE%AC%CE%BD%CE%B7%CF%82,%20%CE%B7%20%CE%BD%CF%8D%CF%86%CE%B7%20%CE%9A%CE%BB%CE%B5%CE%BF%CE%BD%CE%AF%CE%BA%CE%B7%20%CE%9C%CF%85%CF%81%CE%B9%CE%BF%CF%8D%CE%BD%CE%B7%20%CE%BA%CE%B1%CE%B9%20%CE%B4%CE%AF%CF%80%CE%BB%CE%B1%20%CE%B7%20%CF%83%CF%85%CE%BD%CF%85%CF%86%CE%AC%CE%B4%CE%B1%20%CF%84%CE%B7%CF%82%20%CE%98%CE%B5%CE%BF%CE%B4%CF%8E%CF%81%CE%B1,%20%CF%83%CF%85%CE%B6%CF%85%CE%B3%CE%BF%CF%82%20%CE%9D%CE%B9%CE%BA%20%20.jpg)
,%20%CE%9A%CE%BB%CE%B5%CE%BF%CE%BD%CE%AF%CE%BA%CE%B7%20%CE%9C%CF%85%CF%81%CE%B9%CE%BF%CF%8D%CE%BD%CE%B7,%20%CE%98%CE%B5%CF%8C%CE%B4%CF%89%CF%81%CE%BF%CF%82%20%CE%A4%CF%83%CE%BF%CF%85%CE%BC%CE%AC%CE%BD%CE%B7%CF%82,%20%CE%94%CF%81%CE%BF%CF%83%CE%BF%CF%8D%CE%BB%CE%B1%20%CE%A4%CF%83%CE%BF%CF%85%CE%BC%CE%AC%CE%BD%CE%B7(%CE%BC%CE%B7%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%B1)%20%CE%BA%CE%B1%CE%B9%20%CE%9C%CE%AE%CF%84%CF%83%CE%B9%CE%BF%CF%82%20%CE%A1%CE%AC%CF%80%CF%84%CE%B7%CF%82.jpg)
%20%CE%B1%CF%81%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%B1%20%CE%BC%CE%B5%20%CF%84%CE%B7%CE%BD%20%CE%BA%CE%BF%CF%85%CE%BC%CF%80%CE%AC%CF%81%CE%B1%20%CF%84%CE%B7%CF%82%20%CE%9C%CE%B1%CF%81%CE%AF%CE%B1%20%CE%A7%CE%B1%CF%81%CE%AF%CF%83%CE%B7%20-%20%CE%9D%CF%84%CF%81%CE%AF%CF%83%CE%BA%CE%BF%CF%85%20%CE%BA%CE%B1%CE%B9%20%CF%84%CE%B7%CE%BD%20%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CF%81%CE%AE%20%CE%97%CF%81%CF%8E%20%CE%A4%CF%83%CE%BF%CF%85%CE%BC%CE%AC%CE%BD%CE%B7.jpg)
%20%CE%BC%CE%B5%20%CF%84%CE%B7%CE%BD%20%CE%BA%CF%8C%CF%81%CE%B7%20%CF%84%CE%BF%CF%85%20%CE%A0%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CF%8E%CF%84%CE%B1%20%CF%83%CF%84%CE%BF%20%CE%A0%CE%AC%CF%80%CE%B9%CE%B3%CE%BA%CE%BF%20-%20%CE%A6%CF%89%CF%84%CE%BF%20Carsten%20Hoeg,%201922.jpg)











Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Αφήστε το σχόλιο σας