Θύμησες Γιάννη
Γκόβαρη
του Κωνσταντίνου
Χρ. Γαρέφη
Χειρουργού Ωτορινολαρυγγολόγου - Υποψήφιου Διδάκτορα Ιατρικής
σχολής Α.Π.Θ.- Παραδοσιακού Ερμηνευτή
Ο
Γιάννης Γκόβαρης ήταν ένας από τους τελευταίους αυθεντικούς Σαρακατσάνους
τραγουδιστές, ένας από τους τελευταίους αυθεντικούς Σαρακατσάνους. Και
χρησιμοποιώ τον όρο αυθεντικός για να τονίσω ότι ο Γιάννης πρόλαβε, κατά τα
νεανικά του χρόνια, τη Σαρακατσάνικη ζωή. Φύλαξε πρόβατα, τα κούρεψε, τ’
άρμεξε… Κατ’ επέκτασίν μέσα από τα βιώματα του, ήλθε σε επαφή με το
Σαρακατσάνικό τραγούδι από την παιδική του ηλικία, κατά τρόπο άμεσο. Είχε τα
«ακούσματα» δια μέσου του οικογενειακού περιβάλλοντος, αλλά και του ευρύτερου
κοινωνικού περίγυρου, μέσα από τα γλέντια με το «στόμα», στις χαρές και τις
γιορτές.
Ξεκίνησε
την επαγγελματική ενασχόληση με το Σαρακατσάνικο τραγούδι στην πρώιμη ηλικία των
16-17 ετών. Πρέπει, ωστόσο, να λάβουμε υπόψιν ότι η εποχή στην οποία αποφάσισε
να ασχοληθεί επαγγελματικά με το τραγούδι, δεν ήταν μια ρόδινη εποχή. Ήταν μια
εποχή όπου ένα τέτοιου είδους επάγγελμα θεωρούνταν κάπως υποτιμητικό, αν αναλογιστούμε ότι το ασκούσαν
κατά κύριο λόγο, επιτρέψτε μου την έκφραση, οι «γύφτοι». Έλεγε ο ίδιος
χαριτολογώντας για τον πατέρα του κατά τα πρώτα του επαγγελματικά βήματα: Ωρε
γύφτο θα σε κάνω εσένα; Το δημοτικό τραγούδι θεωρούνταν κάτι το
απαρχαιωμένο και οι νέοι της εποχής ντρεπόταν να δηλώσουν την καταγωγή τους,
αλλά και τη συμπάθεια τους προς αυτό. Ο κόσμος και το κοινωνικό επίπεδο στα
γλέντια δεν ήταν ο ίδιος με σήμερα. Οι καταστάσεις τότε ήταν «άγριες», το κοινό
απαιτητικό και εύκολα ξέφευγε κανείς. Συνεπώς, δεν ήταν και τόσο εύκολο και
ιδανικό το επάγγελμα του παραδοσιακού μουσικού και ιδιαιτέρα για ένα νέο παιδί,
την εποχή εκείνη. Ακόμη, ήταν ελάχιστοι οι επαγγελματίες Σαρακατσάνοι τραγουδιστές.
Ξεχώρισε, όμως, γρήγορα και αναδείχθηκε, «είναι ένας μικρός που τραγουδάει
καλά» λέγαν τον πρώτο καιρό για το Γιάννη. Άρα, εν ολίγοις, ήταν ένας άθλος το
όλο εγχείρημα και δη πρωτοποριακό, το οποίο είχε και μεγάλο ρίσκο. Ωστόσο, εκ
του αποτελέσματος, ο άθλος αυτός ανταμείφθηκε, μιλώντας όχι μόνο για τις
οικονομικές απολαβές. Και οι Σαρακατσάνοι τραγουδιστές, της σειράς του Γιάννη,
κατάφεραν με μεγάλο και μακροχρόνιο προσωπικό αγώνα να ομαλοποιήσουν το δύσκολο
εργασιακό περιβάλλον, της εποχής τους, κερδίζοντας τον κόσμο. Μέσα σε αυτούς
και ο Γιάννης, τον οποίο ο κόσμος γνώρισε, αγάπησε και κυριολεκτικά λάτρεψε,
μέσα από τα τραγούδια του.
Και
πώς άλλωστε να μην τον αγαπήσει κανείς; Ήταν ένας άνθρωπος απλός και συνάμα
αρχοντικός. Δοτικός προς όλους, δε χάλαγε χατίρι ποτέ σε κανέναν! Ήταν
αδιανόητο να είναι ο Γκόβαρης σε γλέντι και να μην γλεντήσει τον κόσμο. Είχε το
χάρισμα να ικανοποιεί και τον πιο δύσκολο ακροατή και χορευτή, πάντοτε με
υπομονή και μ’ εκείνο το πηγαίο χαμόγελο, που πραγματικά σου «έπαιρνε την
καρδιά». Πάντοτε συνεπής και σοβαρός στη δουλειά του, αλλά και με έντονη την
αίσθηση του χιούμορ, αντιμετώπιζε το τραγούδι με τρόπο επαγγελματικό, αλλά
ταυτόχρονα και ανθρώπινο, συμμετέχοντας καθοριστικά στην χαρά, αλλά και τη λύπη
του καθενός με αυτό. Ξεπλένοντας με τη μουσική από την ψυχή τη σκόνη της
καθημερινότητας, όπως αναφέρει ένας Γερμανός συγγραφέας.
Το
1979, σε ηλικία μόλις 20 ετών, μπαίνει στο studio ηχογραφώντας το πρώτο του LP δίσκο με τίτλο
«Πάρε μηλιά τη ρόκα σου». Ακολουθούν το 1983 οι δίσκος «Καλότυχα που εν’ τα
βουνά» και το 1985 ο δίσκος «Μία βολά είναι η λεβεντιά». Έπειτα, συνέχισε με
πλούσια δισκογραφία έως και το 2019. Η κάθε δισκογραφική δουλειά του Γιάννη
Γκόβαρη είχε τη δική της αξία και σημειολογία. Για παράδειγμα, ιδιαιτέρως οι
πρώτοι 3 δίσκοι αποτελούν μια παρακαταθήκη για την Σαρακατσάνικη παράδοση, καθ’
ότι καταγράφηκε ένας σημαντικός αριθμός αυθεντικών Σαρακατσάνικων τραγουδιών, κυρίως
των Σαρακατσαναίων της Θεσσαλίας. Τραγούδια που τραγουδάμε και σήμερα όπως το «Σαν
τράβηξ’ ο Δεληβοριάς» κ.α. ανήκουν σε αυτούς τους πρώτους δίσκους. Άλλες
δισκογραφικές δουλειές του είχαν ιδιαίτερα ψυχαγωγικό χαρακτήρα, προορίζονταν
για γλέντι. Άλλες πάλι, με τραγούδια γραμμένα από τον ίδιο, για τον αδικοχαμένο
γιό του Χρήστο, όπως το «Γιατί βρε μοίρα
άπονη μου πήρες το παιδί μου», «Γιόκα μου τ’ αποφάσισες», τραγούδια που
σημάδεψαν τον ίδιο και τη δισκογραφία του και συγκινούν διαχρονικά. Ο Γιάννης
τραγούδησε και πολλά νέα τραγούδια, όπως το «Στο περτούλι στα λιβάδια», «Εμείς
οι Σαρακατσαναίοι» κ.α., που αγαπήθηκαν από το κοινό, σε σύντομο χρονικό
διάστημα και ακούγονται πλέον σε κάθε γλέντι. Συνεργάστηκε με όλους σχεδόν τους
παραδοσιακούς μουσικούς και ιδιαίτερα με τους Καρακωσταίους, Τζιαχρή, Καραίσκο,
Κοτρώτσο, Βούζα, Μποκώρο κ.α.. Όντας αυτοδίδακτος, δεν υπολείπονταν στο
παραμικρό τους έχοντες μουσική παιδεία. Με «καλό αυτί», πάντοτε κουρδισμένος,
με φωνή «μέταλλο», όπως λέει ο λαός, καθαρή και με μεγάλη δυναμική, μια φωνή
που είχε τη δυνατότητα να σε συγκινήσει, να σε βάλει στο «μεράκι».
Χαιρόταν,
ιδιαίτερα, γλεντώντας τη νεολαία και συμμετείχε στο γλέντι με τον ίδιο νεανικό
ενθουσιασμό. Ενδεχομένως να ένιωθε ότι γλεντούσε το δικό του παιδί, τον Χρήστο
του, καθώς δεν ήταν λίγες οι φορές που αντιλήφθηκα ότι συγκινούνταν, ακόμη και
έκλαιγε, κατά τις πρωινές ώρες, γλεντώντας τους νέους. Ξεχώριζε, ιδιαιτέρως, το
σύλλογο Σαρακατσαναίων φοιτητών Θεσσαλονίκης, για την οργάνωση και τις
εκδηλώσεις του. «Εδώ είναι το ορμητήριο» έλεγε, σε συνέντευξη, που μας
παραχώρησε, στην τότε ραδιοφωνική εκπομπή του συλλόγου. Αγαπούσε τους νέους
καθ’ ότι πίστευε ότι αυτοί είναι οι φυσικοί συνεχιστές της Σαρακατσάνικής
παράδοσης. Στο ίδιο πλαίσιο σκέψης, ενθάρρυνε τους νέους καλλιτέχνες και τους
βοηθούσε, διακριτικά, σε οποιαδήποτε ευκαιρία. Την ίδια βοήθεια παρείχε και σ’
εμένα, στα πρώτα μου καλλιτεχνικά βήματα, αλλά και κάθε φορά που ανταμώναμε στο
ίδιο γλέντι, δίνοντας μου τον απαραίτητο χώρο και χρόνο. Τον ευγνωμονώ, από
καρδιάς και θα τον μνημονεύω εσαεί για τη βοήθειά του αυτή. Αναρίθμητες οι
φορές που τραγουδήσαμε μαζί, πάντοτε νιώθοντας ασφάλεια και άνεση έχοντας τον
δίπλα μου. Και δεν ήταν λίγο πράγμα, κοιτώντας πίσω στο χρόνο, ο φτασμένος
Γιάννης Γκόβαρης να «καταδεχτεί» να τραγουδήσει με ένα 18χρονο φοιτητή που
μόλις ξεκίναγε το τραγούδι. Το γεγονός, αυτό, αναδεικνύει την απλότητα, αλλά
συγχρόνως το μεγαλείο του Γιάννη. Οι μεγάλοι από ένας ένας φεύγουν να αφήσουμε
ανθρώπους να είναι σωστοί να συνεχίσουν το έργο αυτό. Τα γλέντια δε σταματάν
ποτέ, έλεγε…
Μέσα
από τα γλέντια και τα τραγούδια του, θα ζει διαχρονικά ο Γιάννης Γκόβαρης, ο
δικός μας Γιάννης. Ένας άνθρωπος δημιουργικός, αεικίνητος που ούτε η ίδια η
ασθένεια μπόρεσε να κάμψει τη θέληση του για τη ζωή, την αγάπη του για το
τραγούδι. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι, όπως μου αποκάλυψε
η πολυαγαπημένη του γυναίκα Σούλα, πριν από την έναρξη των δύο σοβαρών
χειρουργικών επεμβάσεων, στις οποίες υπεβλήθη, και ενώ ήταν στην χειρουργική
αίθουσα, παρακάλεσε τους γιατρούς του να τραγουδήσει πριν ξεκινήσουν, πράγμα
που έγινε μέσα στο χειρουργείο, εντυπωσιάζοντας και συγκινώντας τους
παρευρισκόμενους !!! Παρα ταύτα, εν μία ῥοπὴ καὶ πάντα θάνατος διαδέχεται, έστω και
πρόωρα. Θρηνούμε ως άνθρωποι την απώλεια του, αλλά έχοντας την ελπίδα της
Αναστάσεως, πιστεύουμε, ότι μέσα από όλες αυτές τις δυσκολίες που πέρασε στη
ζωή του, καθάρθηκε, μεταβαίνοντας, κατά την Ευαγγελική ρήση, ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τὴν ζωήν!
Αυτός
ήταν, από τη δική μου οπτική γωνία, ο μεγάλος Γιάννης Γκόβαρης, ένας χαρισματικός
τραγουδιστής, ένας υποδειγματικός οικογενειάρχης, μα πάνω απ’ όλα ένας καλός
Άνθρωπος!
Καλό
Παράδεισο Γιάννη!
Το
παρόν άρθρο προέρχεται από το 12ο τεύχος του περιοδικού του
Συλλόγου Σαρακατσαναίων Φοιτητών Θεσσαλονίκης «ο Λεπενιώτης» με τίτλο «Τα
δρώμενα των Σαρακατσαναίων φοιτητών» (Νοέμβριος 2024).



