portraita

Τα ΄΄Πορτραίτα Σαρακατσαναίων΄΄ εύχονται σε όλους τους αναγνώστες..Καλά Χριστούγεννα

.

Εισαγωγικό κείμενο του Γιάννη Πιστόλα

Με αφορμή την έκδοση του βιβλίου του Ζήση, με τίτλο "ΠΡΩΤΟΕΛΛΗΝΕΣ  ΣΑΡΑΚΑΤΣΑΝΟΙ" (Καταγωγή, Ονομασία, διασπορά, δοξασίες και τα τραγούδια της ψυχής μου), για το οποίο είχα την τιμή να μου ζητήσει να το διαβάσω, πριν την έκδοσή του  και να το προλογίσω, μου γεννήθηκε η ιδέα να «ψάξω» λίγο τον «Άνθρωπο» Ζήση και τον τρόπο σκέψης του.

Σίγουρα με «εντυπωσίασε» η προσέγγιση που κάνει στα θέματα, με τα οποία καταπιάνεται και με τα οποία ασχολείται…

Διέκρινα έναν «ισχυρό» κι «επίμονο» Σαρακατσάνο…

Διαπίστωσα πως «δένεται» με ό,τι ασχολείται, προσηλώνεται και «δίνεται» σ’ αυτό.

Δεν τον απασχολεί ο χρόνος, το κόστος, τα σχόλια, ούτε μπορεί να τον σταματήσει οτιδήποτε, αν αποφασίσει να κάνει κάτι…

Σαν «Σαρακατσάνος»!!!

Έτσι και ολοκλήρωσε και το βιβλίο του, πόνημα ψυχής, καταγραφή κι αφιέρωμα…

Αν και το λέει μόνος του ότι δεν είναι φιλόλογος ή συγγραφέας, εν τούτοις αξίζει να  μελετήσει κάποιος το βιβλίο του, το οποίο ερμηνεύοντάς το, πέρα από το περιεχόμενο, είναι γεμάτο και από τους κτύπους της καρδιάς του και ιδιαίτερα εκφραστικό!

«Τυχεροί» θα είναι όσοι το «αποκτήσουν», αφού δεν πωλείται, απλά διατίθεται από τον ίδιο κατά την κρίση του.

Ειλικρινά τον «ψιλο-ζήλεψα»!

Διαβάστε την Βιογραφία του, όπως την ανέπτυξε ο ίδιος…

Ίσως δεν είμαι αντικειμενικός στην κρίση μου, αφού τυγχάνει πέραν της φιλίας που μας συνδέει, να είναι και Ξάδερφός μου, από πλευράς της γιαγιάς του!

Επίσης μας συνδέει ο κοινός Φίλος, ο Γιώργος Κολοβός, «εργάτης της Σαρακατσάνικης κουλτούρας, χωρίς ίδιο όφελος», όπως ο Ζήσης τον χαρακτηρίζει!

Ζήση σε Ευχαριστώ, τόσο για την φιλία, όσο  και για το βιβλίο!

Γιάννης Χρ. Πιστόλας

Φίλος και Ξάδερφος



Η ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ΖΗΣΗ ΚΑΤΣΑΡΙΚΑ


Γεννήθηκα το 1955 στο Ποντολίβαδο Καβάλας. Ένα χωριό, που κατοικούνταν από Πόντιους και Σαρακατσάνους, σε ποσοστά σχεδόν 50 - 50. Φυσικά όπως σε όλα τα χωριά σχεδόν της περιοχής, οι Σαρακατσάνοι δημιουργούσαν τον δικό τους οικισμό.

Παππούς μου ήταν ο Τσέλιγκας Ιωάννης Κατσαρίκας, τον οποίο δεν πρόλαβα, η μάλλον ήμουν ένα η δύο χρονών όταν έφυγε. Γιαγιά μου ήταν η Πιστόλα Ευανθία, γεννημένη στις Σαράντα Εκκλησιές, της Ανατολικής Θράκης.
     
Στο Ποντολίβαδο ζούσαν και τα τρία αδέρφια του πατέρα μου, σε τρία πανομοιότυπα σπίτια. Ο μικρός που ήταν ο πατέρας μου ο Παύλος  στο κέντρο, αριστερά ο μεγάλος, ο Δήμος,  με δεξιά τον μεσαίο αδερφό, τον Γιώργο. Είχαν και τρεις αδερφές την Αγόρω η οποία παντρεύτηκε τον Μήτρο Γκουντή που ήρθε απ’ το Πολύνερο της Ορεινής  Καβάλας και εγκαταστάθηκε στο χωριό μας, την Κατερίνα που παντρεύτηκε τον Χρήστο Γιαννίδη απ΄ τη Μαυροθάλασσα  Σερρών και την Παρασκευή η οποία ήταν και η μικρότερη και αγαπημένη (ίσως γιατί την πρόλαβα ελεύθερη στο σπίτι μας) τον Στέργιο Μπίκο απ’ τα Βαφεΐκα Ξάνθης, όπου κατέβηκαν από την περιοχή του Παρανεστίου.
           

Τα σπίτια των τριών αδελφών στο Ποντολίβαδο Καβάλας

Ο πατέρας μου ανήκε στην γενιά  των Σαρακατσάνων που άρχισε να εγκαταλείπει την κτηνοτροφία με την μορφή του νομαδισμού που υπήρχε στην περιοχή μέχρι και το τέλος της δεκαετίας του 50 και άρχισε να ασχολείται με την γεωργία και τα σταβλισμένα γελάδια. Τα αδέρφια του συνέχισαν για κάποια χρόνια ακόμα, αλλά όχι νομαδικά. Τα τελευταία χρόνια μετακινούνταν μόνο οι άντρες στα ξεκαλοκαιριά, στην Λεκάνη Καβάλας στην περιοχή της Παναγίας. Έτσι εγώ δεν πρόλαβα τα κοπάδια. Τα χάρηκα όμως ένα καλοκαίρι το 1964 η 1965 που ανέβηκα και έμεινα τρείς μήνες στα καλύβια   του θείου μου. Ήταν απ’ τα  τελευταία χρόνια που διατήρησαν και αυτοί την στράτα βουνά, κάμπος.


Περιοχή Λεκάνης Καβάλας

Η μάνα μου ήταν κι αυτή Σαρακατσάνα, από τα Παγούρια Ροδόπης, κόρη του Ζήση Μπλέτσα. Ήταν συνολικά πέντε αδερφές, μεγαλύτερη η μάνα μου, η Μόρφω, η Αλεξάνδρα, η Αγόρω και η Γιαννούλα. Εγώ ήμουν ο μεγαλύτερος γιος και  ανεψιός της οικογένειας, ίσως για αυτό ήμουν και λίγο παραχαϊδεμένος.

Τα πρώτα μουσικά ακούσματα ήρθαν θαρρώ μαζί με την γέννηση. Αν αναλογιστεί κανείς ότι ειδικά οι Κατσαρικαίοι έψαχναν την παραμικρή ευκαιρία να δημιουργήσουν γλέντι με το τίποτα.  Αρκεί να συναντιόταν πάνω από τρεις. Βέβαια πάντα αρωγός ήταν το γραμμόφωνο του μπάρμπα Δήμου. Εμείς εκεί κοντά, θεατές και κριτικοί. Αργότερα, μεγαλώνοντας, άρχισε και η συμμετοχή, η οποία  ήταν, είτε στα σπιτικά μαζώματα είτε στους γάμους που γινόταν στο χωριό, η ακόμη σε γάμους συγγενών, όπου πηγαίναμε σαν μουσαφιραίοι. Γάμος στο χωριό !!! Τι χαρά ! Αυλές να λαμποκοπάν τα καλοκαίρια και η ορχήστρα, στην αρχή κάτω στη γη και αργότερα πάνω στην πλατφόρμα του τρακτεριού. Αυτά συνέχισαν μέχρι την ηλικία των 14- 15 χρόνων, οπότε  αρχίζει να μπαίνει στο ρεπερτόριο και η "μουρμούρα" η "μποσανόβα" κ.α. "ευρωπαϊκά" ακούσματα, αλλά διατηρούνται ταυτόχρονα και τα βιωματικά τραγούδια, τα οποία σε κάθε έκφραση της ζωής είχαν οι Σαρακατσάνοι και τα οποία επανέρχονται και να αναβιώνουν μόλις έβρισκαν την κατάλληλη ευκαιρία.

Εκεί που νομίζω ότι αρχίζω και χάνομαι, καθώς αναγκάζομαι να μείνω μόνος, στην αρχή του 1970, στην πόλη της Καβάλας και να αποκόπτομαι απ΄ το περιβάλλον του χωριού, συναντώ τον Σταύρο Μπονια με τον οποίο είμαστε και οι μοναδικοί Σαρακατσάνοι στο Γυμνάσιο Αρρένων Καβάλας. Στις τρεις τελευταίες τάξεις, μόλις βρίσκαμε ευκαιρία, σε εκδρομές η σε κάποια γωνία, έπιανε το τραγούδι. Δεν ξέρω γιατί, αλλά (το έχω εξομολογηθεί στον Σταύρο) ακόμα και σήμερα αν με ρωτήσεις ποιό τραγούδι θυμάμαι από τότε, αυτό είναι "Των φονεμένων τα άρματα". Θεωρώ μετά από τόσα χρόνια, ότι μου έχει μείνει ανεξίτηλα χαραγμένο στην μνήμη, γιατί με εντυπωσίασε η περηφάνια και η λεβεντιά, όπως εκφράζεται στο συγκεκριμένο τραγούδι και φυσικά η νεαρή, αλλά μεστή από τότε φωνή του Σταύρου.

Μετά ακολούθησαν οι σπουδές στην σχολή Οδοντοτεχνιτών Θεσσαλονίκης και οι πρώτες επαφές με τον Σύλλογο Σαρακατσάνων Φοιτητών Θεσσαλονίκης, σχεδόν στην ίδρυση του, από τον οποίο βραβεύομαι ως πρώτος Σαρακατσάνος σπουδαστής των απανταχού Τεχνικών Σχολών Θεσσαλονίκης! Πρόεδρος τότε ήταν θαρρώ ο Κατσαρός. Αυτή είναι και η ολική επαναφορά στο χώρο των Σαρακατσάνων, με κέντρο αναφοράς και συνάντησης το κέντρο «Η ΨΑΘΑ». Κάποια στιγμή δίνω στην Κατερίνα Λεπίδα (φοιτήτρια της νομικής τότε), η οποία ασχολούνταν με την εφημερίδα «ΗΧΩ ΤΩΝ ΣΑΡΑΚΑΤΣΑΝΑΙΩΝ» το πρώτο μου ποίημα "ο Γιάννος", το οποίο και δημοσιεύεται! Ποίημα το οποίο έγραψα για τον χαμό ενός πρώτου μου ξάδερφου. Τους στοίχους  τους θυμάμαι ακόμα και σήμερα:

Σήκω ορέ! για δεν ακούς; Ο θάνατος σε σκιάζει;
Εσύ ορέ που τη ζωή την έπινες στο τάσι
δείλιασες τώρα ορέ!
Σήκω ψιλοτραγούδα μας και εμείς να σε ακούμε!
Αχ αδερφέ πως το μπορείς,  να θες να μας τρομάζεις;

Ακολουθούν ο Στρατός (Υπηρέτησα σαν Έφεδρος Ανθυπολοχαγός στην Ρόδο 1976 -1979) κι ο γάμος μου με την επίσης Σαρακατσάνα Γενοβέφα Χατζοπούλου, από τα  Άβδηρα της Ξάνθης .

Καθώς ξεκινάει η επαγγελματική μου καριέρα, μου παίρνει τον περισσότερο χρόνο της ζωής μου, αφήνοντας λίγο μόνον χρόνο για τα κοινωνικά, τα οποία το υπερκαλύπτουν. 

·         Διοικ. συμβούλια σε ομάδες Μπάσκετ, Βόλεϊ για 10 χρόνια.
·         Πρόεδρος στην Τ.Ο της Ν.Δ πόλεως Ξάνθης για 4 χρόνια.
·         Γ.Γ στο Επιμελητήριο Ξάνθης για 11 χρόνια.


Παρακολουθούσα βέβαια και συμμετείχα ανελλιπώς και ποικιλοτρόπως, όλα αυτά τα χρόνια, στις δραστηριότητες  του Συλλόγου Σαρακατσάνων Ξάνθης, του οποίου είμαι μέλος από την ίδρυση του.

Γεννιούνται παράλληλα  και  τα δύο παιδιά μας, ο Παύλος και η Ειρήνη, τα οποία γεμίζουν περισσότερο την ζωή μας και τον χρόνο μας.

Φτάνει όμως κάποια στιγμή που έρχεται, το πλήρωμα του χρόνου (Συνταξιοδότηση) ! Καθώς είμαι άνθρωπος που δεν μπορώ να μείνω στατικός και αδρανής, εν τω μεταξύ δε έχω εισχωρήσει και στα Μ.Κ. Δικτύωσης, συμμετέχοντας σε πολλά δίκτυα, αρχίζω πάλι να δημιουργώ παρέες, φιλίες, αγάπες, με Σαρακατσάνους όλης της Ελλάδας.




Εδώ γνωρίζω και έναν υπέροχο άνθρωπο, τον Γιώργο τον Κολοβό, εργάτη, χωρίς κανένα όφελος, της Σαρακατσάνικης κουλτούρας, από τα ΠΟΡΤΡΑΙΤΑ ΣΑΡΑΚΑΤΣΑΝΑΙΩΝ. Στην αρχή τον γνώρισα μόνον διαδικτυακά και μετά και από κοντά. Αυτή η γνωριμία με παρακινεί στην αρχή και γράφω κάποια άρθρα και δοκίμια, που δημοσιεύονται στα «Πορτραίτα Σαρακατσαναίων», σχετικά με την Διασπορά των Σαρακατσάνων, διαβάζοντας ταυτόχρονα, ό,τι έχει γραφεί για εμάς από όλους τους συγγραφείς, Έλληνες και ξένους.

Η ενασχόληση μου αυτή μου βάζει την ιδέα να εμβαθύνω λίγο στα περί της καταγωγής μας, καθώς θεωρώ ότι το κομμάτι, που αφορά στην περίοδο των Σαρακατσάνων, πριν την ζωή στα Άγραφα προς το Βυζάντιο, δεν έχει μελετηθεί και δεν έχει διερευνηθεί καθόλου από τους συγγραφείς. Ένα άλλο κενό που διαπιστώνω επίσης είναι, ότι, εκτός ελαχίστων φωτεινών εξαιρέσεων, δεν έχουν ασχοληθεί με το θέμα πολλοί Σαρακατσάνοι, που θα αντιμετώπιζαν με σοβαρότητα και σεβασμό την υπόθεση, καθώς τους αφορά.

Σε όλα αυτά αν προσθέσεις και τα αισθήματα, την αγάπη, αλλά και τα  αποτυπώματα στην ψυχή, απο τα τραγούδια μας ,τραγουδισμένα από αγαπημένες φωνές, δημιουργείται η ανάγκη να φτιάξεις κάτι για να μείνει και να το περάσεις σε όλους.

Έτσι προέκυψε λοιπόν το "ΠΡΩΤΟΕΛΛΗΝΕΣ  ΣΑΡΑΚΑΤΣΑΝΟΙ" (Καταγωγή, Ονομασία, διασπορά, δοξασίες, και τα τραγούδια της ψυχής μου).

Δεν διεκδικώ τον τίτλο του συγγραφέα, ούτε του ιστορικού, ούτε του φιλόλογου. Αυτό που έκανα, είναι, στο μεν πρώτο μέρος, να ψάξω παντού για να βρω κάποια  στοιχεία για τις ρίζες μου και στο δεύτερο μέρος, μια κατάθεση ψυχής.