portraita


Βασίλης Σερμπέζης - Σαρακατσιάνικα ΤΟΜΟΣ 2ος

Με την οπτική του ερευνητή και του μουσικού

Οι απόψεις που κατατίθενται παρακάτω προέρχονται τόσο από δευτερογενείς επιστημονικές έρευνες οικογενειακών αρχείων τα οποία, ευγενώς, μας παραχωρήθηκαν όσο και από κατά καιρούς και τόπους συνεντεύξεις με σημαντικούς σαρακατσιαναίους «τραγουδηστάδες». Επίσης από την τεχνική της ευθείας συμμετοχικής παρατήρησης του υπογράφοντα, του οποίου η επαγγελματική ενασχόληση στο παραδοσιακό μουσικό πατάρι θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως δια βίου εκπαίδευση.

Παρά τα μεγάλα ζητήματα που γεννώνται από τη γνωστή ανθρωπολογική διχοτομία «εμείς και οι άλλοι», εκτιμούμε ότι η διτή υπόσταση του ερευνητή και του μουσικού, που μετέχει στο σύστημα είτε εναλλάξ είτε ταυτόχρονα, συνιστά ιδιοτυπία που δεν μπορεί να αγνοηθεί. Άλλωστε ο κοινωνικός ερευνητής δεν μπορεί παρά να βασίζεται στις δικές του υποκειμενικές εμπειρίες που προκύπτουν από την κατανόηση και τη σχέση του με την συγκεκριμένη κοινωνία[1]. Έτσι, ίσως έχει ενδιαφέρον μια άλλη οπτική, αυτή του παραδοσιακού μουσικού ή οργανοπαίχτη που βιωματικά μορφοποιεί την άποψή του οίκοι.

Καλοδεχούμενος πάντα, κάθεσαι στην παρέα και, ως είθισται στη μέση απ’ το κρασί, αρχίζουν. Τα περισσότερα τραγούδια, χωρίς κανένας να το συντονίσει – αυθόρμητα, καθ’ έξιν και καταβολήν – θα έλεγα, είναι τραγούδια κλέφτικα, ιστορικά και τα αμέσως επόμενα αριθμητικά τα βιοποριστικά και τα «πλαστά». Αξιοσημείωτη στην νοτίως της κοιλάδας του Ολύμπου περιοχή είναι η παρουσία ληστρικών τραγουδιών τα οποία, όπως είναι γνωστό, έπονται χρονολικά του κλέφτικου κύκλου. 

Το γεγονός αυτό, δείχνει να σχετίζεται με τα τοπικά χαρακτηριστικά των πληροφορητών καθώς η λησταρχία,  ως φαινόμενο, διαδραματίστηκε στις ίδιες περιοχές. Τόσο απ’ τις προφορικές παραδόσεις όσο κι από τη σχετική βιβλιογραφία φαίνεται ότι η σαρακατσιάνικη κοινότητα ανέδειξε σημαντικούς πρωταγωνιστές της «λησταρχίας», όπως ο Βασίλης Καλαμπαλίκης, ο Θύμιος Τσεκούρας και ο πρώτος εξάδελφός του Θύμιος Γάκης, ο Σπανοβαγγέλης, οι Τακαίοι και αρκετοί άλλοι[2]. Και τραγούδησε ακόμα περισσότερους. Έτσι, αν ληφθεί υπ’ όψιν ότι το ληστρικό τραγούδι συναντιέται σπάνια στους σαρακατσιαναίους των βορειότερων περιοχών, εκτός των άλλων, τεκμηριώνεται η άποψη ότι οι νομαδικοί αυτοί πληθυσμοί διεσπάρησαν στη Βαλκανική νωρίτερα απ’ τη δράση των ληστάρχων.

Δυο απ’ τις σημαντικώτερες «φιλοξενίες» στη ζωή και στην καριέρα μου, οργανώθηκαν με πρωτοβουλία του ίδιου ανθρώπου, του αδελφικού φίλου Λουκά Κατσαρού. Η πρώτη το 1971 στο Αργυροπούλι Τυρνάβου όπου έζησα πρωτοφανή βιώματα και συνέλεξα ανεκτίμητες πληροφορίες απ’ όλους τους Κατσαραίους, ιδιαίτερα όμως, απ’ τον αείμνηστο Ευριπίδη Κατσαρό, πατέρα του Λουκά. Ανάμεσα στ’ άλλα, εκεί πρωτάκουσα και το μοναδικό τραγούδι «Την άνοιξη την κάλεσα» που αξιώθηκα να το περιλάβω στον πρώτο μου L.P. δίσκο με τον τίτλο «Πικροφαντασιά» το 1977.

Τα χρόνια πέρασαν, πήρε ο καθένας το δρόμο του κι εγώ τον δικό μου. Μα κάθε φορά που συναντιόμασταν, επέμενε ο Λουκάς, στην αξιοποίηση του αρχείου του πατέρα του. Έτσι προέκυψε η δεύτερη συνάντηση που έγινε προ τριετίας στο φιλόξενο σπίτι των κοινών μας αδελφικών φίλων Ηλία και Λίτσας Καλόγηρου, στη Λάρισα. Εκεί όπου παραβρέθηκαν πολλοί καλοί φίλοι, στήθηκε μια αυθόρμητη τραγουδιστική περίσταση που αποδείχτηκε αξέχαστη, παραγωγική και, ως εκ τούτου, πολύτιμη. 

Και η ιδέα του Λουκά άρχισε να παίρνει μορφή αφού απ’ τα 14 τραγούδια της παρούσας συλλογής τα 5 επελέγησαν απ’ το ρεπερτόριο των Κατσαραίων.


Κομοτηνή, Απρίλης 2019
Βασίλης Σερμπέζης





[1] [1] Γκέφου-Μαδιανού Δ, (1993), Ανθρωπολογία οίκοι: Για μια κριτική της  Γηγενούς Ανθρωπολογίας, σελ. 45
[2] Για περισσότερα βλ. Δημήτρης Λάμπρου: Ο σύντομος χειμώνας της Ληστοκρατίας, έκδ. Λεξίτυπον, τ. Ι, Αθήνα 2016, σ. 37,  Δημήτρης Λάμπρου: Ο σύντομος χειμώνας της Ληστοκρατίας, έκδ. Λεξίτυπον, τ. ΙΙ, Αθήνα 2016, σ. 7 - 9,  Ε. Μακρής: Τραγούδια Σαρακατσάνικα, έκδ. Πανελλήνια Ομοσπονδία Συλλόγων Σαρακατσαναίων, Ιωάννινα 2000, σ. 183 - 209, Θ. Γόγολος – Θ. Γιαννακός (επιμ.): Σαρακατσάνικα Τραγούδια της Ηπείρου, έκδ. Αδελφότητα Σαρακατσαναίων Ηπειρωτών Αθήνας 1983, σ. 53 – 67.