Χρήστος Φλώρος
του Γιώργου Κολοβού
Γεννήθηκα το 1937 στ΄ Αρσούμπασι στο Βέρμιο. Οι θ΄κοί μας οι Φλωραίοι από
παλιά εδώ στη Μακεδονία ζούσαν. Έβγαιναν στο Μπούτσι πάνω απ΄ την Καστοριά προς
το Μάλι Μάδι και μετα το 1932 έβγαιναν στο Βέρμιο, στ΄ Αρσούμπασι. Εκει έκαναν
μέχρι το 1957 που κατοίκεψαν.
Παππούς μου ήταν ο Γιώργος Φλώρος. Πέθανε νέος και εμεις δεν τον γνωρίσαμε. Γιαγιά μου ήταν η Γιαννούλα Μπαβέλη. Την γνώρισα και την θυμάμαι όταν συγχωρέθηκε στη Νέα Σκιώνη στα χειμαδιά στη Χαλκιδική.
Ο πατέρας μου ο Δήμος ήταν γεννημένος το 1900. Το 1925 αρραβωνιάστηκε στο Βίτσι και την ίδια χρονιά παντρεύτηκε.
Η μάνα μ΄ ήταν του Βασίλη του Μπουρλή κορίτσι. Είχε χίλια
πρόβατα. Αυτός περισσότερο έκανε στο Βίτσι και μετα έφυγε και πήγε στο Μπούτσι
που ήταν οι δικοί μας οι Φλωραίοι. Χειμαδιά είχε στο Παλιούρι στην Κασσάνδρα,
δίπλα από μας. Πολλά χρόνια έκατσε εδώ στην Αξιούπολη και μετά πήγαν με τ΄ αδέρφια
της μάνας τ΄, που ήταν οι Γκογκαίοι, εδώ στο Πολύκαστρο, απάν στο Αρτζάν.
Τ΄ αδέρφια του πατέρα μ΄, η πιό μεγάλη ήταν η Κατερίνη που παντρεύτηκε στα
Σέρρας, τη δεύτερη την έλεγαν Αγόρω, τρίτος
ήταν ο πατέρας μ΄ ο Δήμος, τέταρτος ο μπάρμπα Θόδωρος, μετά ο μπάρμπα Χρήστος, ύστερα
ο μπάρμπα Αντρέας και τελευταία η θειά μ΄ η Ελένη που είναι παντρεμένη στον Πλάτανο
και την είχε ο Αντρέας ο Βασιλούδης. Τα πρώτα ξαδέρφια του πατέρα μ΄, ο μπάρμπα
Χρήστος και ο μπάρμπα Γιάννος οι Μπαβελαίοι, εδώ στο Μικρό Μοναστήρι ήταν.
Ο παππούς ο Φλώρος είχε τέσσερις αδερφές, μία στο Μήτρο τον Γιαννακούλα στον Μικρόκαμπο (Πασιά Γιαννακούλα τον έλεγαν), μία την είχαν οι Γουλαίοι, μία την είχαν οι Φαρμακαίοι στο Πασά-Τσιαϊρι έξω από τη Θεσσαλονίκη και την άλλη την είχαν οι Καραγιανναίοι απ΄ την Αγία Παρασκευή, όλες σε καλές οικογένειες παντρεμένες.
Ο πατερας μ΄ και τ΄ αδέρφια τ΄ έμειναν ορφανοί μικροί. Όταν πέθανε ο παππούς ο Φλώρος, ο Μήτρος ο Γιαννακούλας στο Μικρόκαμπο, προθυμοποιήθηκε να πάρει τα ανήψια τ΄ που έμειναν ορφανά μικρά, για να τα βοηθήσει και να τα μεγαλώσει.
Αλλά αυτοί ήταν κτηματίες, ήταν πλούσιοι και μόλις μεγάλωσαν τα παιδιά, …ο
μπάρμπα Χρήστος και ο μπάρμπα Αντρέας, …σύρε Αντρέα στ΄ άλογα, ..σύρε Χρήστο
στα πρόβατα. Τα θ΄κατς τα παιδιά τα σπούδαζαν. Γίνκι 17 – 18 χρονών ο πατέρας μ΄,
… μπάρμπα Μήτρο έλα να λογαριαστούμε, …εμεις θα φύβγουμε φέτο. Πού θα πάτε πιδί
μ΄, είστε μκροί ακόμα. Πάμε να βρούμε την τύχη μας κι εμεις, τζιομπαναραίοι θ΄κοι
σας δε γένομαστε. Είμαστε από οικογένεια καλή, είχαμε δικη μας περιουσία, δεν
γένουμαστε τζιομπαναραίοι.
Σ΄κώθκαν κι έφυγαν, πρέπει να είχαν κάνει κατά δω, κατά Ασπροβάλτα κάμποσα χρόνια μολόγαγε ο πατέρας μου. Το 1925 που παντρεύτηκε ο πατέρας μου, πάει και παίρνει λιβάδι για τα πρόβατα, κισλά που λέμε, στη Νέα Σκιώνη, και το 1926 νοίκιασε τα δυό τα μετόχια απο την Αγία Αναστασία. Το απάν λέγονταν Ανέμη, το κατ΄ λέγονταν Αναστασίτικο. Αυτά με το δάσος μαζί που ανήκε στο δασαρχείο, ήταν 15.000 στρέμματα. Το πιο πολύ ήταν δάσος, αλλά κάτω η ακροθαλλασιά ήταν ελαιόδεντρα και χωράφια καλά, καλλιεργήσιμα. Τους είπε ο δεσπότης να το πάρουν το κτήμα, αλλα δεν το πήραν, …ας μην το πήραν, για εκείνη την εποχή δεν άξιζε. Χειμαδιά είχαμε εκεί, για 30 -35 χρόνια, μέχρι που κατοίκηψαμε εδώ. Από το 1925 μέχρι το 1955 περίπου.
ΤA ΧΕΙΜΑΔΙΑ ΣΤΗ ΝΕΑ ΣΚΙΩΝΗ
Τα μετόχια του Αγίου Όρους στη Χαλκιδική τα΄κανε κουμάντο ο Δεσπότης απ΄ τα
Βασιλικαά. Εμείς ξεχειμάζαμε στο μετόχι δίπλα από τη Νέα Σκιώνη. Εκεί δεν είχαμε
καλύβια. Έμεναμε σε κάτι χαμηλά σπιτάκια που μας τα΄δωνε το μετόχι. Τέσσερα αδέρφια
εμεις οι Φλωραίοι. Εκεί έμεναν και οι κολήγοι που δούλευαν στα χωράφια του μετοχιου,
που τους είχε ο Δεσπότης και έσπερναν με τα βόδια. Είχε γίδια, είχε και γελάδια
το μετόχι. Εκει είμασταν μόνο εμεις οι Φλωραίοι. Πίσω μεριά Καψόχωρα και Χανιώτη
ήταν οι Μπαβελαίοι, στη Φούρκα ήταν ο μπαάρμπα Λιίας ο Σούρλας με τον μπάρμπα Κώστα
και παραπαάνω στον Άθυτο οι Μαλογιανναίοι και οι Γεροβασιλαίοι.
Εμεις είμαστε πέντε αδέρφια. Τρεις αδερφές μεγαλυύτερες, μετα ο Γιώργος ο
πατέρας της Λίτσα και τελευταίος εγώ. Για να πάμε στο σχολείο, ξεκίναγαμε με τα
πόδια πρωί - πρωί και κάναμε δυό - τρία χιλιομετρα και φτάναμε στη Νέα Σκιώνη.
Και τότε κάναμε και το απόγευμα σχολείο. Μόνο το Σάββατο και την Τετάρτη δεν είχαμε
το απόγευμα. Μέναμε στη Σκιώνη εκει, κάναμε και το απόγευμα και με τα ποδαράκια
φτάναμε στο Μετόχι.
Μικρά παιδιά που είμασταν, καμμιά δεκαριά χρονών, μας φώναζαν καμμιά φορά, να πάμε να βοηθήσουμε τους πατεράδες μας στα πρόβατα, να φυλάμε. Έβοσκαν τα πρόβατα μεσ΄ στη λάκα και δίπλα είχε σπαρμένο χωράφι. Ελάτε από δω, να φυλάμε το σπαρμένο να μην το φαν τα πρόβατα. Τα μαντριά τα είχαμε τα πιο πολλά κατ΄ απ΄τα πεύκα. Τα στέρφα τα΄φηναμε στο απάν το μετόχι και στα μαντριά στην ακροθαλασσιά στην Ανέμη, είχαμε και μια καλυβούλα για να κοιμόμαστε. Οι γναίκες και η μάνα μ΄, το χειμώνα κουβάλαγαν κλαριά. Κλάδευαν τις ελιές οι Γκρέκοι εκει και τα΄βαναν στα μαντριά το βράδυ εκει να φαν τα πρόβατα. Τη μέρα βοσκούσαν και το βράδυ τα΄βαναν κλαριά από ελιές για να φαν.
Αν πάμε εκει, θυμάμαι τα πάντα. Τη συκιά που ανέβαινα κι έπαιρνα τα σύκα και το πηγάδι που έβαζε η μάνα μ΄ αγκάθια γυροβολιά, για να μην πέσω μέσα. Δίπλα ήταν μια πεδιάδα 70 στρέμματα, το φύλαγαμε αγριολίβαδο, την άνοιξη που απόκοβαν τ΄ αρνια τα θηλυκά, τα πήγαιναν εκει. Δεν τα΄βοσκαν με τα πρόβατα, τα πήγαιναν αλλού. Εκει τώρα τα πήραν εργολάβοι και τώρα μπορει να έχει πενήντα μεζονέτες μέσα.
Η ΣΤΡΑΤΑ
Στις 20 Απριλίου, αρχίναγαν οι πατεράδες μας να κουρέψουν τα πρόβατα και
σχεδόν έπαιρνε - δεν έπαιρνε πρωτομαγιά, ξεκίναγαν για το βουνό. Πάρτε τη στράτα
αυτή να βγούμε απάν. Εμείς έβγαιναμε στο Βέρμιο στ΄ Αρσούμπασι. Πάντα εκεί,
εκει γεννήθηκα κι εκει μεγάλωσα, δεν πήγα σ΄ άλλο βουνό εγω. Όταν ξεκίναγαμε να
φύγουμε και μας ρώταγαν, … από ποιό χωριό είστε ρε ; απ΄ τ΄ Άγραφα !! μοναχά
αυτό έλεγαμε, χωριό δεν έχουμε, είμαστε σκηνίτες.
Ξεκίναγαμε απ΄ τη Νέα Σκιώνη και το πρώτο κονάκι το΄καναμε περίπου μετά τη
Φούρκα, κοντά στη Βάλτα. Κάθονταν ένας - δυό άντρες πίσω με τ΄ άλογα, να φορτώσουν
τα υπάρχοντα, τα γκιούμια, τα καρδάρια, τ΄ σίτα να κάνουν στρούγκα ν΄ αρμέξουμε.
Σε κάθε κονάκι που κάναμε, πάγαιναμε άρμεγαμε τα πρότα και το πρωί τα
ξανάρμεγαμε κι ύστερα έκαναμε άλλο κονάκι. Στη στράτα κάθονταν και μερικεές γναίκες,
η μάνα μ΄, η θειά η Θοδώραινα, να βοηθάν στα πρόβατα, ν αρμέξουμε.
Έκαναμε δέκα - δεκαπέντε χιλιόμετρα την ημέρα. Την άλλη μέρα από εκει έπιαναμε τον Άθυτο, την άλλη παραπάν Φώκιες, από κει έπιαναμε τα Μουδανιά. Μέχρι τα Μουδανιά κάναμε τρία - τέσσερα κονάκια. Όταν έφευγαν οι Σαρακατσαναίοι, σχεδόν όλοι μαζι έφευγαν. Απ΄ το δεύτερο πόδι ήταν οι Χυταίοι, οι Πανοδημαίοι, ήταν πολλοι Σαρακατσάνοι στο δεύτερο πόδι.
Εγώ στα Ηλύσια τράνεψα. Εκει μαζώνονταν όλοι να βρουν κάναν έμπορα να π΄λήσουν
τα αρνιαά. Εκει θα΄βρισκες πολλοί Σαρακατσάνοι. Καφενείο ήταν, δεν είχε φαγητό.
Και δίπλα είχε ξενοδοχείο, ένας ο οποίος λέγονταν Παπατζίκος. Έρχονταν απ΄ την
Κασσάνδρα οι κεχαϊάδες να π΄λήσουν τ΄ αρνιά και καάθονταν στο ξενοδοχείο καμμιά
βδομάδα, μέχρι να τα πουλήσουν. Κι εγώ, οταν έφκιασα τα πρόβατα, είχα δυο
τσιομπαναραίοι και από δω τράβαγα στα Ηλύσια, να πουλήσω τ΄ αρνιά.
Περνούσαμε μεέσα στην Εγνατία και βγαίναμε στη Βιοχάλκο, μετά Χαλκηδόνα,
Ζορμπά, Πλατύ, Αλεξάνδρεια. Έκαναμε δεκαπέντε μέρες να βγούμε απάν. Το γάλα πότε
το΄δωναμε σε κάνα χωριό, τζάμπα έτσι, πότε κάναμε τυρί. Απ΄ τη Βέροια ανέβαιναμε
δίπλα απ΄ το Κωστοχώρι, εκει που΄ναι ένα εκκλησάκι που το λεν Εικόνα και
βγαίναμε στο Σέλι. Απ΄ το Σέλι μετά στ΄ Αρσούμπασι, ήταν κοντά.
Τώρα τελευταία, τις οικογένειες τις έστελναν με τ΄ αυτοκίνητο μέχρι το Σέλι, είχε δρόμο κι απ΄ το Σέλι φόρτωναν στ΄αλογα και πήγαιναν στ΄ Αρσούμπασι. Τα τελευταία χρόνια είχε συγκοινωνία στη Θεσσαλονίκη και όταν κατεβαίναμε για τα χειμαδια, δεν περνούσαμε μέσα απ΄ την πόλη. Από το βουνό κατέβαιναμε εδώ μέχρι στην Ιωνία. Πηγαίναμε απ΄ τη Νεοχωρούδα, πιαάναμε Χορτιάτη, από κεί Βάβδο και καταλήγαμε στον Πολύγυρο. Μετά κατεβαίναμε στον Άγιο Μάμα, στην Ποτίδαια και από εκει στη Νέα Σκιώνη.
ΣΤΟ ΒΕΡΜΙΟ ΣΤΟ ΑΡΣΟΥΜΠΑΣΙ
Στο τσελιγκάτο στο Αρσούμπασι είμασταν τέσσερις οικογένειες Φλωραίοι, τέσσερις
οικογένειες Κορωναίοι, αυτοί που είναι εδώ στο χωριό μας στο Ζορμπά, ο μπάρμπα
Χρήστος ο Μπαβέλης, πρώτος ξάδερφος του πατέρα μ΄ και κάνα δυο οικογένειες που έβαναμε
τσιομπαναραίοι. Καμμιά δεκαριά καλύβια. Δίπλα απ΄ τ΄ Αρσούμπασι το βουνό που
συνόρευαμε ήταν η Στέρνα κι έρχονταν απ΄ τη Θεσσαλία ο μπάρμπα Γιώργος ο Τανός.
Δίπλα τ΄αλλο το βουνό λέγονταν Στουρνάρι κι έβγαιναν Βλάχοι απ΄ τη Βέροια.
Τα καλύβια τα΄χαμε πολύ περιποιημένα με κρεβατάκια με ξύλα μέσα και πάντα είχαμε εικόνισμα μέσα στο καλύβι. Κάθε χρόνο τα συντηρούσαμε λίγο, τα΄φτιαχναμε. Δεν τα βρηήκαμε χαλασμένα καμμιά φορά. Λόρθα καλύβια, αλλά μετά από λίγα χρόνια τα΄καναν δίπλα, κάτι σπιτάκια από παν σκεπασμένα με σίκαλη. Πήγαιναν στην Κοζάνη και έπαιρναν σίκαλη και τα σκέπαζαν να μην παίρνει νερό. Δίπλα απ΄το καλύβι είχαν ένα άλλο πιο μικρό, καλ΄βούλα το΄λεγαμε, να΄χουν οι γναίκες τον αργαλειό να υφαίνουν.
ΜΕ ΤΑ ΠΡΟΒΑΤΑ
Οι θ΄κοί μας είχαν από 400 πρόβατα ο καθένας. Μόλις έβγαιναν απ΄ τη Βέροια
κι απάν, άρχιζαν και βέλαζαν, ήθελαν αλάτι. Κάθε βδομάδα, πέρναγαν οχτώ μέρες
κι είχαμαν ίσιες πεέτρες βαλμένες, αλαταριά τα΄λεγαμε και έπαιρναμε δέκα - είκοσι
κιλά αλάτι κι από μια χούφτα σε κάθε πέτρα. Αλλοιώς δεν έβοσκαν τα πρόβατα, βέλαζαν.
Ήταν αάγριο το μέρος και τα΄λατζαμε κάθε βδομάδα. Όλο το καλοκαίρι κοιμώμασταν
με τ΄ν κάπα, δίπλα στο κοπάδι. Είχαμε και κάνα δυό σκλιά, γιατι είχε και λύκοι.
Άλλη στρούγκα είχαμε εμεις οι Φλωραίοι, άλλη οι Κορωναίοι.
Τα πρόβατα οι Σαρακατσάνοι όταν έβγαιναν στο βουνό, τα αρσενικά τα κριάρια
που έλεγαν τα χώριζαν και τα βοσκούσε ένα παιδί. Και τα΄βαζαν μεσ΄ στα κοπάδια
στα πρόβατα να ζευγαρώσουν στις 6 Αυγούστου για να γεννάν 1η Ιανουαρίου. Να παν
στα χειμαδιαά, να βγάλουν χορτάρι τα λιβάδια, γιατι τα πρόβατα κάνουν να γεννηήσουν
πέντε μήνες παρά πέντε μέρες. Νωρίτερα δεν τα΄βαναν, γιατί ήταν στο δρόμο και
αργούσαν απάν – κατ΄.
Μια χρονιά τα τελευταια χρόνια, είχα μπει στα 18 περίπου, κατέβασα μόνος
μου 400 πρόβατα, με την κάπα μόνο, στην Κασσάνδρα, στην Αγία Παρασκευή δίπλα
στο Παλιούρι. Ο πατέρας μ΄ ήταν κατ΄. Νοίκιασε σπίτι στην Αγία Παρασκευή με τις
αδερφές μ΄ και πήγαν νωρίτερα να φκιάσουν τα μαντριά. Ήρθε και με βρήκε όταν εέφτασα
στον Άγιο Μαάμα. Τα΄φερες Χρηστάκη ; Τα κατάφερα πατέρα και δεν μου΄φαγε ο λύκος
ούτε ένα. Τέλη Νοεμβρίου. Να κοιμάσαι εξω με την καπούλα. Εγω κάθομαν, πάαιναν
τα πρόβατα στο γρέκι να πλαγιάσουν, αυτά η ωρα έντεκα – δώδεκα το βράδυ πείναγαν,
να σ΄κωθούν να βρουν κάνα χορτάρι να φαν. Σκάρ΄ζαν από΄λεγαμε εμεις. Και όταν γύριζαν
κατά τις δώδεκα η ώρα και πλάιαζαν και πέφτει η πάχνη και δεν ματασκώνονται, τότε
κοιμώμαν. Με την κάπα όξω, στο φτερό. Νοέμβριος μήνας, να βρέχει και να χιονίζει.
ΓΑΜΟΣ ΣΤΟ ΑΡΣΟΥΜΠΑΣΙ
Στο Αρσούμπασι όλοι είμασταν συγγενεις σχεδον. Έρχονταν η γιορτη του Προφήτη
Ηλία, έσφαζαν ο μπάρμπα Θόδωρος κι ο μπάρμπα Χρήστος αρνιά, τα΄βαναμε στη
σούβλα, μαζεύονταν ούλοι. Είχαμε κι ένα γραμμόφωνο, καμμιά πλάκα και χόρευαν τα
νέα τα παιδιά και τα κορίτσια, βούιζαν οι οξυές απ΄ τα τραγούδια. Γκουρμπάνια
είχαμε του Προφήτη Ηλία, την Αγία Παρασκευη, τον Δεκαπενταύγουστο. Παπάς περνούσε
πολλες φορες απ΄ τα καλύβια. Έκανε αγιασμό και τέτοια, να μάσει κάνα τενεκε
τυρι. Στη Βέροια κατέβαιναμε κάθε Τρίτη για παζάρι.
Το 1951, ήρθαν εδώ οι Ζιουταίοι απ΄ τα κτήματα, Σουλτογιανναίοι, κι αρρηβώνιασα την αδελφή μ΄ τη Γιαννούλα την μεγάλη. Πήρα τ΄άλογα εγω μ΄ ένα ξαδερφάκι μ΄ και πήγαμε στο Σέλι ν΄ανέβουν μερικοι, να μην έρθουν περπατώντα στ΄ Αρσούμπασι. Η αρραβώνα έγινε απάν και το φθινόπωρο που θαλα φύβγουμε για να πάμε κατ΄, έξω απ΄ τη Βέροια, μια περιοχή Ντοβράς λέγεται, εκει έκαναμε το γάμο. Εγω ήμαν δεκατρία στα δεκατέσσερα χρονών περίπου.
ΤΟ ΔΑΣΚΑΛΟΚΑΛΥΒΟ
Όταν έβγαιναμε στο βουνό να φτιάξουμε τα καλύβια, επειδή φεύγαμε τον Μάιο
από εκει και δεν τελειώναμε το σχολείο, ο πατέρας μ΄ κι οι μπαρμπάδες μ΄ κατέβαιναν
στη Φυτειά η στη Βέροια κι έπαιρναν κι έναν δάσκαλο που δεν είχε διοριστεί και
φώναζαν, …άϊντε ελάτε όλοι μαζι να φτιάξουμε το δασκαλοκάλυβο. Έφκιαναν κι ένα
καλύβι για τον δάσκαλο, το σκέπαζαν καλά και κρεβατάκια με ξύλα, να μας κάνει μάθημα.
Γιατι δεν τελειώναμε εκει να πάρουμε το απολυτήριο. Είχαμε μία πλάκα, πάαιναν
στη Βέροια και έλεγαμε φέρε μας ένα πλακοκόντυλο, σαν κιμωλία ήταν να γράφουμε
και να το σβήνουμε. Μια πλάκα, ένα
τετράδιο κι ένα βιβλίο. Αυτά ήτανε. Συνήθως μας μάθαινε περισσότερο αριθμητική,
να ξέρουμε να κάνουμε λογαριασμό.
ΟΙ ΔΟΥΛΕΙΕΣ ΤΩΝ ΓΥΝΑΙΚΩΝ
Οι γναίκες δούλευαν πάρα πολύ. Το χειμώνα ήταν στα καλύβια και στα πρόβατα.
Απ΄ την Άνοιξη που έβγαιναμε μέχρι το φθινόπωρο, οι γυναίκες ήταν στον αργαλειό.
Μέρα - νύχτα ήταν στον αργαλειό. Τι να πρωτοϋφάνουν, βελέντζες, στρώματα να στρώσουν
καταή, όλα υφαντά. Και η τέντα που έφκιαναμε στην τσιατούρα υφαντή ήταν απ΄ τ΄ς
γυναίκες. Έπαιρναν το μαλλί, να το πλύνουν, να βάλουν τα λανάρια κατ΄, να το
λαναρίσουν, να τραβήξουν το σκληρό, το οποίο το΄λεγαν θίνο. Με κείνο το σκληρό έγνεθαν
τα κορίτσια στη ρόκα, τλούπα την έλεγαν, και η κλωστή, την έβγαζαν όπως είναι η
καρούλα. Και με τέτοια ψιλή κλωστή, πόσο ύφασμα να φκιάσεις, για να ράψουν τα
κουστούμια τα γαμπριάτικα. Τα΄βαφαν οι γυναίκες μπλε κουστούμια, καλύτερα κι
από κασμίρι. Το μαλακό το μαλλί το΄γνεθαν πιο χοντρό και ύφαιναν τα παντελόνια,
τα σακάκια και τις κάπες. Τα παντελόνια, τα σακάκια που τα΄λεγαν πατατούκες
παλιά, αυτά και τα φουστάνια τα γυναίκεια ήταν όλα υφαντά. Πόσα να υφάνουν !!
Για κάπες, για παντελόνια. Απ΄ τα χαράματα στον αργαλειό μέχρι το βράδυ. Καμμιά
που είχε πιο μεγάλα κορίτσια έκανε το φαγητό και το νοικοκυριό. Αργαλειό η μάνα
μ΄ είχε στα βουνά, στα χειμαδιά δεν είχαν τίποτα.
Η βρύση ήταν κάμποσο μακρυά, στα πεντακόσια μέτρα. Φόρτωναν τ΄ς βαρέλες να παν να τις γεμώσουν, να τις φέρουν στα καλύβια να΄χουμε νερό. Την άλλη τη μέρα έπρεπε να παν στο ρεμα, που ήταν ακόμα πιο κατ΄, που έτρεχε νερο, ήταν μια γκούρα, μια πέτρα που ήταν όσο δυό διώροφα σπίτια, κι από κατ΄ έβγαζε ένα ποτάμι νερο. Έπρεπε να παν οι γυναίκες να μάσουν ξύλα η να φορτωθούν απ΄ τα καλύβια ζαλίκι στην πλάτη να το παν στο ρέμα, ν΄ ανάψουν φωτια, να βάλουν το καζάνι, να τα πλύνουν όλα και να τα φέρουν.
Η ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΤΥΡΙΩΝ
Μόλις φτάναμε στη Βέροια και πήγαιναμε στ΄ Αρσούμπασι, ο γαλατάς είχε ένα
καλύβι έτοιμο, μπατζιό το΄λεγαμε και δίπλα έφκιαναμε τις στρούγκες. Ο Τζίμας,
Βλάχος ήταν και ο Κολιός. Με τα παιδιά τ΄ εγω πήγαινα το 1950 στο Σέλι στο
σχολείο μαζί. Αυτός είχε τα καζάνια εκει, είχε τη μηχανή που έβγανε κρέμα για
να βγάλει τα βούτυρα, έφκιανε τα τυριά, μπασκί το΄λεγαν και τα φόρτωναν στα μπλάρια
και τα πήγαιναν στο Σέλι να τα φκιάσουν κασέρια.
Μέχρι τ΄ Αη Ποστόλ΄. Μετά το΄βαναν αράδες και αρχίναγαν. Εσύ τι έχεις ; 200
πρόβατα γαλάρια, θα πάρεις 200 οκάδες γάλα. Άλλος 150 γαλάρια έπαιρνε 150 οκάδες
και όταν τελείωνε αυτήν η γύρα, ξανά απ΄ τον πρώτον. Έφκιαναν τυρί και οι
Σαρακατσιάνοι οι παλιοί το΄βαζαν στα τομάρια συνήθως και το΄λεγαν αχάλαγο. Το
άλλο, είχαν ένα ξύλινο καδί, σαν βαρέλι ήταν κι έφκιαναν ένα στεφάνι έτσι και
το΄πηζαν εκει μέσα. Πριν πήξει καλά, το΄σπαγαν μια φορά, τα΄φηναν μετά, έπηζε,
το χτύπαγαν - το χτύπαγαν με το βουρτσόξυλο μέσα στο καδί και έριχναν ένα κακάβι
ζεστό νερό. Κι ύστερα με μια σανίδα το μάζευαν γύρω - γύρω και γένονταν κεφάλι
και το΄βγαζαν. Από κείνο το τυρόγαλο έβγαζαμε την κρέμα ύστερα. Κι εκείνο γίνονταν
ο μπάτζιος πο΄λεγαμε. Μας άφηνε τη μηχανή ο γαλατάς και εκείνο το τυρόγαλο το πέρναγαμε
στη μηχανή, έβγαναμε μερικα δοχεία κρέμα κι εκείνη την κρέμα την έριχναν ύστερα
στο καζάνι οι γναίκες κι έπαιρναν πολύ κρύο νερό και το΄ριχναν μέσα και με το χέρι
γύρω - γύρω γυρω, έπαιρναν το βούτυρο και έμενε το ξυνόγαλο ας πούμε.
ΤΑ ΤΕΡΛΑ ΠΡΟΒΑΤΑ
Τα τερλά τα πρόβατα, τρελαίνονταν πριν χρονιάσουν, τα ζγούρια. Έχαναν πολλά ζγούρια και από κανένα μεσ΄ στο κοπάδι τρελαίνονταν και ήφερνε γυροβολιά. Ο πατέρας μ΄ τα διάλεγε έλεγαν. Έβανε το ποδάρι απ΄ την πυροστιά στη φωτιά, κοκκίνιζε καλά, το΄καιγε εδώ το κεφαλάκι λίγο τα μαλλιά, έπαιρνε ένα μυτερό μαχαιράκι, μπενέλι το΄λεγαν που΄καναν τ΄ς γκλίτσες, γένονταν τρυπούλα, το γύριζε κατ΄κι έβγαινε μια φουσκάλα με κάτι μπουρμπουλάκια μέσα, σαν κουνούπια σαν μικρόβια. Το΄πιανε με ένα σκοινάκι, το τράβαγε και το΄βγανε και μετα έλιωνε λίγο κερι και το πάταγε λίγο εκει στην τρύπα, έβανε λίγο μαλλι και ένα μπάλωμα και το΄ραβε γύρω - γύρω. Σε μια βδομάδα - δέκα μέρες, γένονταν καλύτερο απ΄ τ΄ άλλα. Δεν ήξεραν όλοι, ο πατέρας μ΄ ήξερε.
Ο ΑΓΙΟΣ ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΚΑΙ Η ΑΡΚΟΥΔΑ
Να σε πω και μια ιστορία που μας έλεγαν οι παλιοί. Όταν ξεκίνησαν να κάνουν
την εκκλησία τον Άγιο Διονύσιο στον Όλυμπο, οι αγωγιάτες κουβαλούσαν την πέτρα
να χτιίσουν την εκκλησία. Το βράδυ πήγαν στην καλύβα που είχαν κι άφησαν τ΄άλογα
να βοσκάν. Πάει η αρκούδα, τα΄φαγε τ΄άλογα. Σ΄κώθ΄καν το πρωι δεν είχαν άλογα
και κατέφ΄καν κατ΄ στα χωριά, βρήκαν έναν Λαζό, κουβάλ΄σαν πέτρα και χτίστηκε η
εκκλησία και έδωκε κατάρα μετά ο Άγιος Διονύσιος, ό,τι αγναντεύει ο Όλυμπος να
μην κρατάει αρκούδα. Όσα βουνά φαίνεται ο Όλυμπος, αρκούδα δεν υπάρχει. Ο Γράμμος,
το Βίτσι έχει αρκούδα, στα βουνά του Βερμίου αρκουύδα δεν υπάρχει. Το΄λεγαν οι
παλιοί οι Σαρακατσάνοι οι θ΄κοι μας, το θυμώμαι εγω που μου το΄λεγαν ο πατέρας
μ΄ κι οι μπαρμπάδες μ΄. Ο,τι αγναντεύει ο Έλυμπος, αρκούδα δεν υπάρχει, μόνο λύκοι.
Ο ΕΜΦΥΛΙΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΝΤΑΡΤΕΣ
Τον πόλεμο του ΄40 δεν τον πολυθυμάμαι, τον εμφύλιο όμως τον θυμάμαι. Οι
αντάρτες δεν μας πείραξαν. Μια φορά πέρασαν και ζήτηξαν δυο άλογα και δυο άτομα.
Ο πατέρας μ΄ πάντα έβγαινε μπροστά και φύλαγε τ΄ αδέρφια τ΄. Βγήκε ο πατέρας μ΄
κι ενας πρώτος ξάδερφος εδώ, που ήταν το 1920 γεννηθείς. Τους πήραν και τους
δυο οι αντάρτες και δυο άλογα και περνάν το ξηροβούνι που κατεβαίνει στην
Κουμαριά και τράβηξαν και τ΄ς πήγαν κατά τα Πιέρια πέρα. Πέρασαν δέκα - δεκαπέντε
μέρες και η μάνα μ΄ αρχίν΄σι και τ΄ς μοιριολόγαγε. Για να μην έρχονται τόσες μέρες,
τ΄ς σκότωσαν. Μετα από δεκαπέντε μέρες, βλέπουμε έρχονται απ΄ το ξηροβούνι δυο άτομα
με δυο άλογα. Όταν πλησίασαν πιο κοντα, …αυτοίν είναι, ο μπάρμπα Δήμος με το
Γιώρη. Ήρθαν στα καλύβια τρομοκρατημένοι. Τι σας έκαναν ; Μας πήγαν στον
καταυλισμό στο τάγμα κι όλη μέρα κουβαλάγαμε ξύλα με τ΄αλογα.
Το 1946 φούντωσε το αντάρτικο στα βουνά και έδωσε εντολή το κράτος και μας
κατέβασαν στον κάμπο και μέχρι το 1949 δεν ξαναβγήκαμε στο βουνό. Τρία χρόνια
οι Σαρακατσάνοι πήγαιναν στα χωριά, όπου διόριζε η Νομαρχία να παν τα κοπάδια. Ήσαν
διορισμένος από τη Νομαρχία, εσυ θα πας εκει κι εσυ θα πας εκει. Εμεις είχαμε έρθει
πρώτα εδώ έξω απ΄ την Αλεξάνδρεια, στην Αγία Κυριακή. Έστησαν τ΄ς τσιατούρες
εκει ολοι και με τα πρόβατα και οι χωριάτες δεν μπορούσαν να πουν τίποτα για
τις καλλιέργειες. Έδωσε εντολή το κράτος. Μετα έμειναμε τέσσερα χρόνια στη Ν.
Σκιώνη στ΄ Αναστασίτικο. Είμασταν εκει στην Κασσάνδρα, δεν βγήκαμε στο Βέρμιο.
Το 1950 έδωσαν εντολή, τελείωσε ο εμφύλιος, μπορείτε να βγείτε στο βουνό. Τότε πήγαμε, αλλα δεν μας άφησαν να βγούμε στ΄ Αρσούμπασι και μείναμε στο χωριο στο Σέλι. Τα πρόβατα ήταν στ΄ Αρσούμπασι, αλλα οι οικογένειες για μία χρονιά έμειναν στο Σέλι. Μετά όλοι μαζί είμασταν στ΄ Αρσούμπασι και πήγαιναμε μέχρι το 1954.
ΜΟΝΙΜΗ
ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗ
Μετά το 1954 άρχισαν οι Σαρακατσάνοι και τα πούλαγαν τα πρόβατα και κράταγαν
από λίγα να παν σε κάνα χωριό να γραφτούν κι αγόραζαν χωραάφια. Εμεις μέχρι το
1951 είμασταν σκηνίτες απάν – κατ΄. Δεν είχαμε πουθενά μόνιμη κατοικία. Εδώ στο
Ζορμπά, ο πατεέρας μ΄ ήρθε το 1957 το φθινόπωρο. Ένας αδερφός του πατέρα μ΄, τον
ήταν εδώ, ήταν τα κουνιάδια τ΄, Μπακαίοι. Είχε έρθει απ΄ το 1950 και αγόρασε
ένα κλήρο χωράφια κι ένα σπιτάκι. Δυο αδέρφια του πατέρα μ΄ έμεναν στο Καμποχώρι.
Ο μπάρμπα Θόδωρος βρήκε καμμιά εξηνταριά στρέμματα χωράφια εκει και τ΄ αγόρασε
από μισα με τον μπάρμπα Χρήστο. Κατέβηκε κι ο πατέρας μου εκει να βρει χωράφια,
δεν βρήκε, ήρθε εδώ και βρήκε την αδερφή τ΄, είχε σόια εδώ και ήρθε εδώ.
Είχαμε 400 πρόβατα τα πούλησε τα 300 και κρατήσαμε 100. Ήρθαμε εδώ έκαναμε
ένα καλύβι δίπλο και το΄πλεξαμε με καλάμια και από παν έβαλαμε κεραμίδια σα
σπιτάκι και πίσω έκαναμε το μαντρί. Επειδη δεν είμασταν δημότες δεν μπορούσαμε
να φεέρουμε και τα πρόβατα και τα΄γραψε ο πατέρας μου στον μπατζανάκη που έμενε
εδώ, να φαίνονται ότι είναι του μπάρμπα Νίκου του Κορώνα. Το χειμώνα ύστερα γράφκαμε
δημότες και την άλλη χρονιά φάνηκαν ότι είναι δικα μας.
Το 1960 εγω είχα φύγει στρατιώτης. Έβγαλε τα πρόβατα ο πατέρας μου με δυο
πρώτα ξαδέλφια τ΄ Γκολφαίοι, να παν στ΄ Αρσούμπασι. Τότε στην Αλεξάνδρεια, τότε
που είχε το εικοσιτερτράωρο ένα αυτοκίνητο ένας μεθυσμένος με τρίκυκλο κοπάνησε
το κοπάδι με τα πρόβατα και σκότωσε τον πατέρα μου και καμμιά δεκαριά πρόβατα.
Εξήντα χρονών ήταν ακριβώς. Με ειδοποίησαν στο τάγμα που ήμαν στο Παρανέστι και
μου λεν πήγαινε στο χωριό, ο πατέρας σου είναι άρρωστος. Τι άρρωστος λέω εγω, ο
πατέρας είναι βουνίσιος, ενας λεβέντης μέχρις απάν. Κατάλαβα αμέσως ότι δεν
ζει. Ήταν 19 Μαϊου του 1960.
Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ
Το φθινόπωρο του 1965 παντρεύτηκα. Η
γυναίκα μου είναι η Ηλέκτρα Βασιλάκου
του Λεωνίδα από το Δαφνοχώρι Κιλκίς και είχαν κτήμα εκεί πριν το Γυναικόκαστρο.
Ο παππούς της ήταν ο Χρήστος Βασιλάκος και ηήταν ο πρώτος που αγόρασε το μεγαλύτερο
κτήμα. Αλλα δεν το είχε εξασφαλίσει καλά και το πήρε το κραάτος, το έδωσε στα
χωριά και τους άφησαν περίπου χίλια στρέμματα. Μετά έμειναν στο Βαφειοχώρι.
Εκει είχα δυο πρώτες ξαδέρφες απ τ΄ς Γκολφαίοι, μία είχε τον Κώστα τον Βασιλάκο
συγγενής της κυράς μ΄ και τον άλλον τον Γιώργο τον Σούρλα κι εκείνον σόι τον είχε
και μ΄ έκαναν προξενιά. Ο γάμος έγινε εδώ στο Ζορμπά, με όλα τα έθιμα,
προζύμια, οι μπεχτσήδες, το συμπεθεριακό ήρθαν, τα παντα ολα. Το βράδυ έγινε
και το γλεντι με ορχήστρα, αλλά είπαμε και με το στόμα τραγούδια. Κάναμε τέσσερα
παιδια, αλλαά χάσαμε ένα κορίτσι.
Τα πρόβατα που έφκιασα εδώ στο χωριο μετά, πήγα και πήρα στην Παραλίμνη που ήταν ο κρατικός κτηνοτροφικός σταθμός, είχα ξαδέρφια τ΄ς Φλωραίοι εκει και πήγα και με διάλεξαν δυο αρνιά αρσενικά Χιώτικα και έκανα μια διασταύρωση που ο γεωπόνος που ήταν στη Χαλκηδόνα Γεωργικών Εφαρμογών, από όλα τα χωριά τ΄ς μάζευε και τ΄ς έφερνε στο δικό μ΄ το μαντρί και τ΄ς έκανε μάθημα. …κοιτάξτε τον Φλώρο, τα βελτίωσε τα πρόβατα, βγάζει παραπάνω γάλα και τέτοια. Δεν υπήρχε κοπάδι εδώ στον κάμπο σαν το δικο μ΄. Αλλά ήρθαν τα χρόνια, αναγκαστήκαμε τα΄δωσαμε και ασχοληθήκαμε με την γεωργία. Εγω ήμαν ερωτευμένος με τα πρόβατα, δεν υπήρχε τέτοιο κοπάδι.
ΣΥΝΤΟΜΑ ΒΙΝΤΕΟ ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ