portraita

kentriki mpara

Τ’ είδα ιγώ, τ’ είδα ιγώ…

-          Τί το λέτι, αδιρφούλις μ’,  ισείς αυτό! Τ’ είδα ιγώ, τ’ είδα ιγώ!
-          Τι είδις, Χρήσταινα, πές μας!

Όπως πήγαν τα πράματα, δεν το γλύτωνε η Χρήσταινα, έπρεπε να γίνει πιο σαφής. Ίσως, πάλι, να το ’φερνε ζερβοδήμ’τα να την παρακαλέσουν κιόλας! Ήταν μια αυτή… ήταν μια που όμοιά της δεν είχε στα χωρατά. Και τώρα που έσωνε το καλοκαίρι και μαζεύτηκε το χωριό, είχε να μολογάει τα καλύτερα! Και πράγματι, το φετινό το θέρος, έμελλε να της μείνει αξέχαστο.

Αρχές Αυγούστου, παίρνει τη συγκοινωνία η Χρήσταινα και κατεβαίνει στη Θεσσαλονίκη. Πιάνει μια κούρσα και σε ένα δεκάλεπτο, καλή και διαλεγμένη στην οικοδομή, Γαμβέτα 928, 5ος όροφος…τα υπόλοιπα ήταν δυσκολώτερα κάπως. Πώς να διαβάσει η καψερή! Από γράμματα ούτε κλίτσα! Τέλος πάντων, βάρ’το - χάλασ’το, φτάνει σε μια ταμπέλα, τί να καταλάβει; Τηράει κάτι γραμματάκια, το πρώτο όνομα δεν διαβάζονταν αλλά της φάνηκε να λέει στο τέλος «γιατρός». Ξομπλιάζει το αποκάτω και σα να σιγουρεύτηκε: «Καραφωτιά Μαρία του Χρήστου»…

-          Αυτήν είνι, η δυχατέρα μ’, η γιατρέσσα! Δε μπορεί, αυτήν είνι!

Μικροβιολόγος η κόρη, παντρεμένη με γιατρό χειρούργο, είχαν κι ένα πεντάχρονο κοριτσάκι. «Γκλάν» το κουδούνι η θειά, «μισό λεπτό» από μέσα.

Ανοίγει η Μαρία και μένει με το στόμα ανοιχτό!

-          Πώς από δω, μάνα;
-          Ήρθα να σας ιδώ, μάνα μ’, αποθύμ’σα και τ’ν αγκόνα μ’!
-          Μα, βρε μάνα, φεύγουμε διακοπές, δε βλέπεις τις βαλίτσες;
-          Τί διάολο, ήρθα τόσον τόπο και θα γυρίσου πίσου; Αυτό δε γένιτι!
-          Ξέρεις πού κλείσαμε να πάμε, μάνα; Στα Μάταλα, στην Κρήτη!
-          Μάνταλα, ξιμάνταλα θα ’ρθου κ’ ιγώ! Ισείς κολυμπ’θήτι, βγάλτι τα μάτια σας κι ιγώ θα τηράω το κορίτσ’!

Είδε κι απόειδε η θυγατέρα, στραβομουτσούνιασε αρχικά ο γαμπρός αλλά το πήραν στην πλάκα και τ’ αποφάσισαν. Την πήραν μαζί. Κι έτσι η θειά η Χρήσταινα, εκείνο το δεκαήμερο, είχε την εμπειρία της ζωής της. Αυτή και η εγγονή της, ήταν οι μόνες βρακωμένες σ’ όλη την παραλία!
Γι αυτό και επέμενε να ξομολογηθεί, πρώτη στις γειτόνισσες.

-          Α, πές μας, κυρούλα μ’, τί είδες, άντι πες, μας έσκασες!
-          Τί να σας πού, η μαύρη, πώς να του που!  
-          Άντι, ντε!  
-          Κάθουμαν, απ’ λέτι, στον άμμο κι αγναντεύω δεξιά και τηράου κι απ’ τ’ν άλλ’ τη μεριά! Παντού το ίδιο! Να ΄ναι σπαρμέν’ όλη η αμμούδα με «σχωρεμένις»! Είδα λιανές, είδα μακρούτ’σκις κι κοντοτιρούλις, είδα φλώρις, είδα λάϊις, είδα κίτιρνις! Θάμα!
-          Κ’ ύστερα, κυρά;