portraita

kentriki mpara

Απ’ τα Χ’στούιννα μέχρι τ’ Αϊ-Γιαννιού

.

Στου σκουλειό τα Χ’στούιννα

.

             Απο το βιβλίο του Θ. Γιαννακού ''Τα Φέγινα Πουλιά''

                         Μι του ιάμπα τ’ Αντριά τ’ παχνιστή, η μέρα αγάλια αγάλια αντριεύει, τρανεύει. Του σκουλειό αρχίν’σι να μυρίζει Χ’στούιννα. Ου δάσκαλους έπιασι τ’ς γκβέντις ’ια του Χ’στό.
Ο Χριστός, αρχίν’σι να λέει ου δάσκαλους, γεννήθηκε μια κρύα νύχτα του Δεκέμβρη μέσα σε μια σπηλιά που ήταν στάβλος, μαντρί. Τα ζώα ήταν αυτά που τον ζέσταναν με τα χνώτα τους.
Το βράδι εκείνο οι βοσκοί είχαν σκαρίσει τα κοπάδια τους. Τα κουδούνια αχολογούσαν μέσα στη νύχτα. Τα τσοπανόσκυλα με τα γαβγίσματά τους φρουρούσαν το κοπάδι από τους λύκους. Οι τσομπαναραίοι πού και πού χουχουτούσαν για να τα ενθαρρύνουν. Τα βοσκόπουλα έπαιζαν ποιμενικές μελωδίες στις φλογέρες τους. Κάποιες αγγελικές φωνές από τον ουρανό έψελναν μια θεία μελωδία. Ένα ολόλαμπρο αστέρι πήγε και κάθισε πάνω από τη σπηλιά και με τις ακτίνες του την περιέλουζε με άπλετο φως. Ήταν μια ονειρεμένη βραδιά!
Όλα αυτά τα παράξενα ξάφνιασαν τους βοσκούς. Το πρωί πήγαν να δουν τι συμβαίνει στη σπηλιά. Είδαν το Θείο Βρέφος και το πήραν στην αγκαλιά τους. Έφεραν σπάργανα για να το σπαργανώσουν. Έβρασαν πρωτόγαλο από τα πρόβατά τους για να φάνε η Μαρία με τον Ιωσήφ, κι έψησαν μια κουλούρα στη γωνιά και τους την πήγαν. Δεν μπορούσαν ποτέ να φανταστούν ότι το νεογέννητο ήταν ο ίδιος ο Θεός. Γεννήθηκε σαν άστεγος μέσα σε έναν στάβλο, κοντά σε απλούς ανθρώπους. Γεννήθηκε φτωχός και ταπεινός…
Ούλη η τάξη κριάμουνταν απ’ τ’ αχείλια τ’ δάσκαλου. Ιμείς οι διαόλοι, απ’ δε λάρουνι πουτές του στόμα μας, τώρα ανάσα δεν έπιραμαν. Σαν σφουγγάρι ρούφαγαμαν αυτίνα απ’ άκ’γαμαν.
Ήταν μάστουρας σ’ αυτίνα ου δάσκαλους. Άλλις βουλές ανέβαζι ’γ κρίση, άλλις ’γ κατέβαζι, κούναϊ τα χέρια κι τι δεν έκανι! Στ’ Γιουγραφία κι σ’ν Ιστουρία, προυπάντους, ήταν αθέρα. Κάποιις βουλές μάς ήφιρνι μες σ’ν τάξη κι του μπατέρα τ’, ιάνα θαλασσουδαρμένου γιρόλ’κου, απ’ τουν γηρουκόμαϊ αυτίνους. Ου γιερου-ναυτ’κός τότις μας αράδιαζι ’ια αλαργ’νές πουλιτείις, ’ια πειρατές,’ια ινδιάνοι,’ια ναυάια.
Κουντά, ιμείς, μι τ’ φαντασιά μας, έκαναμαν ταξίδια ως σ’ν άκρη τ’ κόσμ’. Κι ούλοι ήθιλαμαν, κάποια μέρα, να τα κάμουμι αυτά τα ταξίδια. Μας του ’χι καρφώσει καλά           σ’γ κού­τρα μας αυτίνου του πράμα ου δάσκαλους.
Ου Βουλής τα ’χι χαμένα. Πρώτη βουλά στ’ ζουή τ’ άκ’γι ’ιαυτίνου του θιάμαγμα.
- Λες να γιννήθ’κι ου Χ’στός στα θ’κά μας τα μαντριά; σκέπ’κι ’ια ψίχα.
- Κύριε, και μεις έχουμε μαντριά και πρόβατα, είπι ου Βουλής, που ’χι αρχέψει να ξιθαρρεύει.
- Το ξέρω, Βουλή. Ο Χριστούλης μας όμως γεννήθηκε πολύ μακριά από εδώ, είπι ου δάσκαλους.
Απού ’κείνη τ’ μέρα κι κουντά, ου Βουλής ένιουθι του Χ’στό θ’κό τ’ άνθρουπου, σαν κι αυνούς που ’χαν γινν’θεί στ’ στάν’ μας.
Στου μπάτου ου δάσκαλους έψαλι του κουντάκιου απ’ τα Χ’στούιννα.

Ἡ Παρθένος σήμερον τόν ὑπερούσιον τίκτει.
Καί ἡ γῆ τό σπήλαιον τῷ ἀπροσίτῳ προσάγει.
Ἄγγελοι μετά ποιμένων δοξολογοῦσι.
Μάγοι δέ μετά ἀστέρος ὁδοιποροῦσι.
Δι’ ἡμᾶς, γάρ, ἐγεννήθη παιδίον νέον, ὁ πρό αἰώνων Θεός.

Η κρίση τ’ αγανή[1] σαν τ’ σιγαλή βρουχή, απ’ πουτίζει σταξιά σταξιά τουν άνυδρου τουν τόπου κι τουν ξιδ’ψάει, έμπινι αγάλια αγάλια σ’μ ψ’χή μας κι τ’ δρόσ’ζι απού χαρά. Κι αυτήνη η δρουσιά ’ν είνι ακόμα στα κατάβαθα τ’ς ψ’χής μας.



Ιτοιμασίις ’ια τα Χ’στούιννα


Σι λίγις μέρις ήρθαν κ’ οι διακουπές. Πέρα οι φ’λλάδις, πέρα τα τιτράδια. Πιγνίδι κι ξινοιασιά.
- Παιδιά, θέλω να χαρείτε τις διακοπές σας. Παιχνίδι και μόνο παιχνίδι. Θα βάλω μόνο λίγες ασκησούλες σ’ αυτούς που το έχουν ανάγκη, είπι ου δάσκαλους.
Τέρμα η στράτα ’ια τιμάς τα παιδιά απ’ τ’ στάνη. Θα νάπιραμαν μίνια ανάσα ’ια δυο ’βδουμάδις.
Οι μαννάδις μας αρχίν’σαν να κάνουν ’τοιμασίις ’ια τα Χ’στούιννα. Τα πισμόημιρα του κουνάκι έπριπι να λάμπει.
- Πρόκου, Βουλή, σύρτι να φέριτι μπότσκις[2] κι κάνα δυο ζντρίμιρα, είπι η μάννα.
- Ζντρίμιρα; είπι ου Πρόκους.
- Να τα βάλουμι στα κουνάκια ’ια τα παγανά, είπι η θεια-Κίτινα.
Η μάννα έβαλι τρόυρα απ’ του κουνάκι μπότσκις. Η θεια-Κίτινα έβαλι απάν’ απ’ τ’ ρούγα του ξυθά(λ)λι κ’ ιάνα ζντρίμιρου. Η θεια-Νάνινα έβαλι ιάνα τραουμαλλίσιου σκ’τί. Ούλα αυτίνα αλκόταγαν τα παγανά. Κ’ η φουτιά τ’ αλκόταϊ· ούλου του δουδικάημιρου δε ζήβσι ντιπ. Κάθι προυί έκιγαν κι ψίχα τουν απόδαυλου.
Κουντά, πήρι αράδα η Χ’στόκ’λλουρα. Η θεια-Κίτινα ήταν η πρώτη σ’γ κ’λλούρα. Χαρουκαμένη γ’ναίκα απ’ τα καλά τ’ς τα χρόνια κι καλουχούιτους άνθρουπους η θεια-Κίτινα. Πουτές δε βήκι απ’ του στόμα τ’ς κακιά γκβέντα. Πέρα απ’ τ’ φαμπλιά τ’ς δεν ήξιρι τίπουτας άλλου. Ούδι τα μουζαβίρια [3] ’ν ένοιαζαν ούδι ου ιχλές[4] κι ούδι μαλουσιάρα ήταν. Είχι μάτια γαλανά, τρανά σαν φλιτζιάνια, γαλατένια στου πρόσουπου κ’ ιάνα στόμα παράς[5]. Κουντούλα σαν τ’ βαμβακιά κι άσπρη σαν του βαμβάκι ήταν η θεια-Κίτινα.
- Κουντός είν’ κι ου βασιλ’κός, αλλά τ’ μυρουδιά ’ν έχει· κ’ η λίρα κούτσ’κη είνι, αλλά κάνει πουλλούς παράδις, έλιι η βαβά[6] μας στ’ς κρούνις[7]  τ’ς στάνη.
Ου Βουλής κι τ’άλλα πιδιά ’ν έλιγαμαν νύφη. Έτσι άκ’γαμαν να τ’ς κριάνουν τ’ αντραδέρφια τ’ς. Ου Βουλής ’ν είχι σα δεύτιρη μάννα τ’, κι αυτήν τουν είχι σαν πιδί τ’ς. Του ήμιρου τ’ αρνί β’ζάνει απού δυο μαννάδις.
Νια μέρα μπρουστά απ’ τα Χ’στούιννα, η θεια-Κίτινα σ’κώθ’κι μπουνώρα. Ζύμουσι τ’ αλεύρι, ’ια να φκειάσει ’γ κ’λλούρα. ’Ν άφκι κάποια ώρα να γιένει[8] κι κουντά αρχίν’σι να τ’ς βάνει πλουμπίδια. Ου Βουλής είχι τα μάτια καρφουμένα απάν’ στ’ θεια.
Η θεια-Κίτινα πήρι ζ’μάρι, το ’καμι ιάνα τρανό κ’λλούρι κι το ’βαλι τρόυρα απ’           ’γ κ’λ­λούρα.
- Τι ’νι αυτίνου του κ’λλούρι, θεια ;
- Η στάνη μι τα μαντριά κι τα πρότα, μάτια.
- Τα γίδια;
- Τα ’χει βουλουμένα στα γόνατα ου ουξαπουδώ[9], είπι.
Κουντά, έφκειασι ιάνα κουτσ’κότιρου κ’λλούρι κι το ’βαλι παραμέσα.
- Να κι η στρούγκα μι τα δυο τ’ς τα μάτια κι τα στρουγκουλίθια, Βουλή, είπι.
Του γιόμ’σι μ’κρά γρουμπλάκια απού ζ’μάρι, που ’ταν τα πρότα. Τα γρουμπλάκια που ’ταν μπρουστά απ’ τα μάτια τ’ς στρούγκα ήταν τα στρουγκουλίθια , απ’ κάθουνταν οι αρμιχτάδις.
Κέντ’σι μι του π’ρούνι ιάναν τρανό σταυρό απάν’ σ’γ κ’λλούρα.
- Κι δω ου σταυρός, θεια ;
- Κι δω, κι στ’ς παναούλις, κι στα σακ’λάκια σας, κι στα προυσκιέφαλα κι ουλούθι, Βουλή μ’.
Ύστιρα, έβαλι τρεις ρόκις.
- ’Ιατί τρεις, θεια ;
- Μίνια ’ια τιμένα, μίνια ’ια τ’ Γαρέφου κι μίνια ’ια τ’ βαβά μας ’ν Αναστασιά.
Η βαβά μας κάθουνταν μι τ’ θεια-Κίτινα. Του ’χαν συνήθειου οι γιρόντοι να κάθουντι μι του στιρνό του πιδί. Τουν παππούλ’ μας του Νίκα δεν τουν είχα προυκάμει· ήμαν ακάμουτους φόντας χάθ’κι ου παππούλ’ς μας. Ου παππούλ’ς μας, όπους μας έλιι η βαβά, κι όπους μουλόγαϊ κι ου κόσμους, ήταν άνθρουπους απ’ τ’ αϊγάπαϊ πουλύ του βιο. Φόντας χάθ’κι, μουλόγαϊ η βαβά, παράγγειλι να τουν παν στου γκιουβούρι αντάμα μι τα γκισιέμια τ’. Ιάνα απ’ αυτά, μπριού τουν βάλουν στου γκιουβούρι, πήγι αουπάν’ τ’ κι ακούμπ’σι τ’ μύτη στ’ μπάλα τ’.
- Ουρέ, είιδαμαν κι είιδαμαν, αλλά τέτοια νουή[10] απού ζουντανό δε ματάειδαμαν! Ακούς ικεί να τουν φ’λήσει του τραΐ! είπαν οι άλλοι.
- Του ’θιλι πουλύ του βιο, είπαν κάποιοι άλλοι.
Τέτοιους άνθρουπους ήταν ου παππούλ’ς μας.
Στου μπάτου, η θεια-Κίτινα έβαλι δυο κλίτσις, μίνια ’ια του Δρόσου κι μίνια ’ια του Βουλή.
’Ια τουν Κίτα, του ν’κουκύρ’ τ’ς, δε ματάβαλι. Είχι μάσει του νου τ’ς. Ιάνα χρόνου κουντά απ’ του χαμό τ’, γύρ’σαν στ’ στάνη η Αλάφου κι ου Τσάπους, τα δυο τ’ τα    μπλάργια*, δίχους τουν αφέντ’ τ’ς. Του τι γίγκι στ’ στάνη, δε μουλουϊότι… Μολαταύτα, τουν καρτέρ’γι πουλλά χρόνια.
- Βάλι κ’ ιάνα …καράβι, θεια, είπι ου Βουλής.
- Τι λες, μάτια; Τι χαλεύει του καράβι μι τιμάς;
Ου Βουλής πήγι κάτι να κρίνει, αλλά δεν τ’ απόσουσι.
Μι μ’κρά γρουμπλάκια απού ζ’μάρι έφκειασι μίνια βάντα απού σταφύλι κι ’ν έβαλι σι μίνια ακρούλα. Έφκειασι κ’ ιάνα πέταλου ’ια να πάει η χρουνιά καλά. Μι του π’ρούνι   έφκειασι πατσιές απού πρότα κι μι του φλιτζιάνι πατσιές απ’ άλουγα.
Στου μπάτου, πήρι του ψαλίδι κι δυο π’ρούνια. Μι του ψαλίδι έκουψι στου πλάι του τρανό του κ’λλούρι, που ’ταν η στάνη. Τα δυο τα π’ρούνια τα ’βαλι αντίκρια κι ζιούπαϊ τουν κόθρου απ’ ’γ κ’λλούρα να γιένει σαν τ’χάκους. ’Ν άλ’ψι μι ψίχα ζαχαρόνηρου κι αβγό κι ’ν έβαλι να ψ’θεί.
Κουντά απού καμπόση ώρα ’ν έβγαλι απ’ τ’ φουτιά. Είχι γιένει, μην τα ρουτάς[11]!



Τα κάλαντα


Νια μέρα προυτού απ’ τα Χ’στούιννα, ου Βουλής κι ου Πρόκους θα πάηναν σ’ν Αϊτουφουλιά να πούν’ τα κάλαντα. Είχαν βάλει καβούλι μι ’μ παρέια τ’ς ν’ ανταμώσουν χαραή όξου απ’ του χουργιό.
- Πρόκο, στη Γκούρα, είπι ου Νούσιας.
- Στ’ Γκούρα, συμφών’σι κι ου Πρόκους.
Τ’ς σύνταξι η μάννα κι τ’ς ξέβγαλι. Του βράδι πλάιασαν στου χουργιό σ’γ κάκου[12] μας ’ν Αυδουκιά[13]. Η άλλη η κάκου μας η Κατιρίνη ήταν παντριμένη στου Ζαγόρι. Η κάκου η Αυδουκιά είχι ’γ καταντιά στου χουργιό. Του καλουκαίρι παλιότιρα έβγινι κι αυτήν στου ζάρκου.
Ου μπαρμπα-Ν’κουλάκ’ς, ου ν’κουκύρ’ς τ’ς, ήταν στ’χειό· μι τα δόντια τ’ σήκουνι ακέργιου σακί αλεύρι. Νια βουλά μουλόγαγαν έβαλι στοίχ’μα μ’ ιάνα χουργιάτη να φάει ιάνα κ’τί λουκούμι δίχους να πιει σταξιά νηρό. Γκάνιαξι όμους ’ια νηρό κι θα το ’χανι του στοίχ’μα. Πόνηρους ου μπάρμπας έπκι απόκρ’φα κάνα δυο ρακιά κι του κέρδ’σι του στοίχ’μα. Ου Γκόγκους[14] κι ου Μπούλας[15] ήταν τα δυο τ’ς πιδιά. Μουλαΐμ’κη φαμπλιά κι μουλαΐμ’κου σόι.
Του σύθαμπου τα πιδιά έφτασαν στου χουργιό. Η κάκου μας τα καλουδέχ’κι. Τ’ς έστρουσι στα κριβάτια κι έπισαν ν’ ακουμπήσουν. ΄Ηταν απ’ τ’ς λίγις βουλές απ’ πλάιαζαν σι κριβάτι· στου κουνάκι μας πλάιαζαμαν καταΐ κι ου ιάνας κουντά στουν άλλουν.
- Θα μπουρέσουμι να σ’κουθούμι ’ν αυγή, Βουλή; είπι ου Πρόκους.
- Θα μας σ’κώσει η κάκου, είπι ου Βουλής.
- Κι αν πλαϊάζει κι δε σ’κουθεί;
- Τότις;
- Χμ;
Κουντά απού πουλλή ώρα ύπνουσαν. Κάποια ώρα ξυπνάει ου Πρόκους κι τι να ιδεί! Του διμάτιου είχι πλημυρίσει απού φως.
- Βουλή, σήκ’ αγλήγουρα, πήγι γιόμα.
- Άφ’σι μι να πλαϊάσου, είπι ου Βουλής.
- Σήκ’ αγλήγουρα, οι άλλοι έφκαν κι δε μας καρτιρούν.
Σ’κώνει αγλήγουρα του Βουλή κι κουσιεύουν μπάκι προυπήσουν. Οι άλλοι θα να ’χαν γυρίσει κιόλα του μ’σό του χουργιό.
Πιρπάτ’σαν καμπόσου. Μ’σουστρατίς κατάλαβαν ότι ήταν ακόμα νύχτα. Του φως, που ’χι πλημυρίσει του διμάτιου τ’ς, ήταν απ’ του φιγγάρι. Η αγουνία, που ’χαν, δεν τ’ς άφκι να βάλουν τα πράματα στ’ σειρά.
Είπαν να μη γυρίσουν πίσου κι να πάν’ στ’ Γκούρα να καρτιρούν ’μ παρέια τους. Τριμουκούριασαν μες στου ρέμα μέχρι να φέξει. Ό,τι έφιξι, πήγαν μι τ’ άλλα τα πιδιά να πούν’ τα κάλαντα.
Οι χουργιάτις τ’ς Αϊτουφουλιά τ’ς καλουδέχ’καν. Άλλους τ’ς ιάδουκι πινταράκι, άλλους δραχμή κι άλλους δικάρις. Τ’ δικάρα ικειόν του γκιρό πού να ’ν ηύρισκις, κι ’ια τα πιδιά άξιαζι πουλύ. Μι τ’ς παράδις αυτίνις θα νάπιραν γλειφιντζούρια, μουλύβια, μ’κρά δου­δ’κάφ’λλα τιτραδιάκια, μπίλις. Του μαγαζί τ’ Γιώρη τ’ς καρτέρ’γι.
Ξιθιουμένοι, μα χαρούμινοι, γύρ’σαν του βράδι στα κουνάκια.
- Αυτίνα τα κάλαντα δεν πρόκειτι να τ’ αστουχήσου πουτές, είπι ου Πρόκους.
Ξημέρουσι Χ’στούιννα. Οι γκαμπάνες αγνάντια στα Μπγαδάκια βάριγαν χαρούμινα. Σ’κώθ’καμαν προυί προυί κι πήγαμαν στ’ άλλα τα κουνάκια, ’ια να πούμι τα θ’κά μας τα κά­λαντα. Πήραμαν νια βάντα απού πουρνάρι κι πήγαμαν πρώτα στ’ θεια-Γιουργαντίνινα.
- Καλ’μέρα, θεια.
- Καλώς τα, κι καλώς μάς ήρθι κι ου Χ’στός, μάτια.
- Χρόνια πουλλά, θεια.
- Χρόνια πουλλά, καλ’μέρα σας.
Πήγαμαν ίσια στ’ γουνιά. Ικεί η φουτιά μπουμπούν’ζι. Έβαλαμαν αουπάν’ απ’ τ’ φλόγα τ’ βάντα. Τα καταπράσ’να φύλλα τ’ς πήραν φουτιά κι αρχίν’σαν να πριτσιανάν[16]. Έπριπι να πριτσιανάει η βάντα ’ια να βιλάζουν τ’ αρνιά. ’Ν ώρα απ’ πριτσιάναϊ, τα πιδιά, μ’ ιάνα στόμα, έλιγαμαν τα κάλαντα-ιφκές: αρνάδις, κατσ’κάδις, π’λαράκια, φουράδις, ν’φάδις, γαμπροί, γρουσάκια κι ούλα τα καλά. Κι τ’ χρόν’ μι γεια!
Η θεια μάς έβαλι να κάτσουμι καταΐ –’ια να παίρουν οι πρατίνις τ’ αρνιά – κι μας ιάδουκι καλούδια. Κουντά, πήγαμαν στ’ θεια-Νάνινα κι στ’ θεια-Κίτινα.
Του μισ’μέρι η μάννα έστρουσι τ’ς τάβλις: πρατίνα ψ’μένη, πίτις, διαούρτη, κρασί.




[1] Απαλή.
[2] Φυτό που ο βολβός του μοιάζει με μεγάλο κρεμμύδι.
[3] Κουτσομπολιά.
[4] Πρόθεση που έχει κάποιος να αδικήσει το συνέταιρό του.
[5] (μτφ.) Συμμαζεμένο και όμορφο.
[6] Ή βάβου.
[7] (μτφ.) Γυναίκες  φαρμακόγλωσσες, κακοπροαίρετες.
[8] Να είναι έτοιμη για ψήσιμο(να φουσκώσει).
[9] Διάβολος.
[10] Νοημοσύνη.
[11] Πολύ ωραία.
[12] Θεία.
[13] Υποκ. της Ευδοκίας.
[14] Υποκ. του Γεώργιος.
[15] Υποκ. του Χαράλαμπος.
[16] Τριζοβολούν.